Ρωτάει ο Δημήτρης Μπουζάρας

Σήμερα στους Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών φιλοξενούμε τη συγγραφέα, ψυχολόγο, μουσικό, κυρία Ελένη Περινού. Μια απολαυστική συνέντευξη που δίνει τροφή για σκέψη σε όσους την διαβάσουν.

Συνέντευξη

Καλησπέρα σας κυρία Περινού. Σας ευχαριστούμε πολύ για τη συνέντευξη που μας παραχωρείτε. Το 2004 κάνατε μια μεταβολή στη ζωή σας. Αλλάξατε ρότα, ήταν εύκολη απόφαση;

Ε.Π. Ναι, πολύ εύκολη! Ήταν όνειρο ζωής που ήρθε πραγματικά στην ώρα του. Χρόνια οραματιζόμουν να φύγω από την Αθήνα και να βρω ένα απάγκιο κάπου σε ένα ερημονήσι. Τελικά βέβαια δεν ήταν ερημονήσι, ήρθα στην μαγευτική Κρήτη, αλλά αν το εξετάσουμε πιο προσεκτικά, το μέρος που μένω, αυτή η υπέροχη κοιλάδα του Μαριδάτη με την απόμερη και γραφική της παραλία, ξεκομμένη από τον «κόσμο τούτο», μοιάζει με ερημονήσι. Το περιγράφω εξάλλου και στο βιβλίο, πώς αλλιώς να εκφράσω το θαυμασμό και την ευγνωμοσύνη μου στο Θεό που με έστειλε σ’ αυτόν τον κρυμμένο παράδεισο;

Υπήρξε στιγμή που ξανασκεφτήκατε το ενδεχόμενο να επιστρέψετε στον προηγούμενο τρόπο ζωής; Είναι τόσο ειδυλλιακή η επιστροφή στη φύση;

Ελένη ΠερινούΕ.Π. Καμία στιγμή! Δεν είναι απλά ειδυλλιακή η επιστροφή στη φύση. Είναι πραγματική ζωή. Αληθινή. Ζεις κάθε λεπτό, κάθε στιγμή κι έχεις μπροστά σου μια απτή πραγματικότητα. Δεν κυνηγάς ούτε τα χρήματα, ούτε την επιτυχία, ούτε τη δόξα. Δεν τρέχεις σαν τον τρελό επειδή έτσι πρέπει ή γιατί έτσι κάνει όλος ο κόσμος. Όχι, ευτυχώς όχι, δεν κάνει έτσι όλος ο κόσμος. Ξυπνάς, χαμογελάς, λες μέσα σου δόξα τω Θεώ που μου ‘δωσε άλλη μια υπέροχη μέρα. Γεμίζουν τα πνευμόνια σου καθαρό αέρα, γεμίζουν τα αυτιά σου από τα τιτιβίσματα των πουλιών, ακούς τον άνεμο να φυσάει  σαν να θέλει να καθαρίσει την ατμόσφαιρα από τις ανθρώπινες «ακαθαρσίες», κοιτάς και βλέπεις. Βλέπεις την αλήθεια, ζωντανή εκεί μπροστά σου. Στα πιο απλά και δεδομένα.

Είστε συγγραφέας, μουσικός, τραγουδοποιός, ψυχολόγος. Πώς μπορεί ο χρόνος να γίνει ελαστικός ώστε να τα χωρέσει όλα; Ποιο είναι το μυστικό ώστε η ζυγαριά να μη γέρνει προς καμία μεριά περισσότερο, δεδομένου πως έχετε και οικογενειακή αλλά και προσωπική ζωή;

Ε.Π.Ο χρόνος είναι χρόνος. Αν δεν υπήρχε δεν θα μπορούσαμε να παίξουμε, δεν θα μπορούσαμε καν να φάμε. Αν ζούσαμε στην αιωνιότητα πού θα τελείωνε ένα ματς; Στο άπειρο; Γελάω όταν το συλλογίζομαι. Ο χρόνος είναι απλά για να μας δίνει τη δυνατότητα να αλλάζουμε. Να παίζουμε μέσα σ’ αυτό το θεατρικό παιχνίδι που λέγεται ζωή και να αλλάζουμε ρόλους. Κατά βάθος εμείς επιλέγουμε πώς θέλουμε να είναι η ζωή μας. Έτσι, άλλοτε μ’ αρέσει να γράφω, άλλοτε μ’ αρέσει να κολυμπώ, άλλοτε να τραγουδώ με μια όμορφη συντροφιά για παράδειγμα. Να είμαι με μια φίλη μου και να συζητάμε ή να είμαι στη δουλειά μου και να έχω τον άλλον άνθρωπο απέναντί μου, να τον ακούω και να αφουγκράζομαι τις κρυμμένες του αλήθειες. Άλλες στιγμές μ’ αρέσει να μαγειρεύω ή να κοιτώ την ανατολή του ήλιου. Ο χρόνος κυλάει, δεν έχουμε περιθώριο να ξεχνιόμαστε. Η ζωή είναι εδώ. Κάνε αυτό που θέλεις, αυτό που σου λέει η φωνή μέσα σου, αυτό για το οποίο έχεις έρθει εδώ. Το ξέρεις. Ο καθένας το ξέρει, παρόλο που οι περισσότεροι το ξεχνούν. Αν η ζωή μου δε με γεμίζει χαρά, αν νιώθω πως χάνεται η αγάπη από μέσα μου, τότε αρχίζω να αντιλαμβάνομαι πως κάτι δεν κάνω καλά. Αν δεν μπορούμε να χαιρόμαστε με τη ζωή μας, τότε ποιο το νόημα; Έτσι κι αλλιώς έρχονται οι δυσκολίες, ο πόνος, η θλίψη. Αν δεν έχεις δώσει στον εαυτό σου την ευκαιρία να χαρεί και να αγαπήσει, τότε πώς θα ανταπεξέλθεις στα δύσκολα;

Όταν πιάνω τον εαυτό μου να θυμώνει, καταλαβαίνω ότι έχω χάσει την ισορροπία μου. Δούλεψα παραπάνω και κουράστηκα. Όταν κουράζομαι και ξεπερνώ τον εαυτό μου επειδή «πρέπει» να κάνω κι άλλα πράγματα, θυμώνω. Αν δεν κάνω κάτι γι’ αυτό και συνεχίσω να δουλεύω αγνοώντας το σώμα μου και το θυμό μου που με προειδοποιεί, η ανισορροπία θα συνεχιστεί κι αυτό καταλαβαίνετε πού θα οδηγήσει. Να λοιπόν ένα «μυστικό»: να ακούς τον εαυτό σου. Το «καμπανάκι» μέσα σου. Θα μου πείτε και πώς να πεις στο αφεντικό σου «κουράστηκα τώρα, θέλω πέντε λεπτά διάλειμμα»; Εντάξει, οι ρυθμοί της ζωής είναι εξουθενωτικοί έτσι κι αλλιώς. Κάνουμε κάτι χωρίς να μας αρέσει επειδή πρέπει ή επειδή παίρνουμε αξία μέσα από αυτό. Δεν συμβαδίζουμε με την ψυχή μας. Έτσι έχουμε μάθει κι επειδή όλος ο κόσμος σχεδόν κάνει το ίδιο, νιώθουμε μια παρηγοριά και μοιραζόμαστε τη δυστυχία μας όταν συναντιόμαστε. Πιστεύω ότι για τον κάθε άνθρωπο υπάρχει μια θέση στη ζωή, και του αξίζει αυτή η θέση. Έχω μια φίλη που δουλεύει χρόνια σε ένα περιβάλλον και σε ένα αντικείμενο που μισεί. Πώς φαντάζεστε ότι γυρνάει στο σπίτι της; Εξοντωμένη. Κι εκεί φορτωμένη ήδη με «δηλητήριο» και ψυχικά βάρη, θυμού, αγανάχτησης, έντασης, θλίψης, συνεχίζει βαριεστημένα να κάνει τις δουλειές του σπιτιού, να ασχοληθεί με τα παιδιά κλπ. Δεν τα παρατάει, να φύγει από αυτή τη δουλειά, επειδή έχει δημιουργήσει τέτοιες υποχρεώσεις που είναι αδύνατο να τα βγάλει πέρα χωρίς δουλειά. Ναι, συμφωνώ. Όμως ποιος επέλεξε αυτή τη δουλειά; Ποιος επέλεξε να αγοράζει υπερβολικά πολλά παιχνίδια στα παιδιά ή να τα στέλνει σε ιδιωτικό σχολείο και να τους κάνει σε κάθε μάθημα ιδιαίτερα; Μα δεν είναι βασανιστικό αυτό και για τα παιδιά και για την ίδια; Ποιος επέλεξε να έχει ένα σπίτι τεράστιο, τόσο που να μην προλαβαίνει να καθαρίζει; Βλέπετε, αυτό που χτίζουμε στη ζωή μας γυρίζει μπούμερανγκ και μας παγιδεύει. Μας κρατάει δέσμιους εφ’ όρου ζωής. Δεν είναι αυτό η ζωή. Είναι μια πλαστή εικόνα. Επειδή έχουμε ανάγκη να αρέσουμε, να μας επιβεβαιώνουν, να μας επιβραβεύουν. Έτσι, θα «κάτσουμε στα αυγά μας» μπροστά στο σκληρό και αδυσώπητο αφεντικό, μπροστά στο θυμό του συντρόφου, ή στους χειρισμούς των παιδιών που μας κάνουν ό,τι θέλουν.

Μιλήστε μου για το «Ε, και;» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός. Γιατί επιλέξατε να βασίζεται σε αληθινά περιστατικά;

Ε.Π. Μέσα από τη δουλειά μου, έχω μάθει πολλά. Νιώθω βαθιά ευγνωμοσύνη σ’ αυτούς τους ανθρώπους που με εμπιστεύτηκαν για την θεραπεία τους. Με έχουν διδάξει πολλά, χωρίς να το ξέρουν. Κάποιες από τις ιστορίες τους είναι τόσο μυστηριώδεις και περίπλοκες, που βαδίζοντας χέρι χέρι μαζί τους και φτάνοντας τελικά μέχρι το σταυροδρόμι όπου πλέον μπορούν οι ίδιοι να επιλέξουν το μονοπάτι που θέλουν, νιώθω ευλάβεια και δέος. Αυτό το δέος δε μου ανήκει. Νιώθω πως είναι χρέος μου να το μοιραστώ. Αν ένας άνθρωπος έχει βοηθηθεί να βρει λύση στο πρόβλημά του, πιθανόν να μπορούν κι άλλοι. Όπως κι εγώ η ίδια έχω βοηθηθεί από βιβλία που έχω διαβάσει κατά καιρούς, πιθανόν και μέσα από τη δική μου γραφή να βοηθηθεί κάποιος άλλος. Αν δεν είναι το μοίρασμα και η προσφορά χρέος, τότε τι νόημα έχει;

Το «Ε, και;» είναι μια φράση που ακούμε συχνά από αισιόδοξους ανθρώπους. Μου αρέσει αυτή η φράση, μαζί με το χαμόγελο που την συνοδεύει. Κολλάμε σε μικροπροβλήματα, βγάζουμε ψυχαναγκασμούς, κι αν δεν είναι όλα όπως τα θέλουμε, θυμώνουμε και χαλάμε τη διάθεσή μας. Γιατί πρέπει να είναι το σπίτι πεντακάθαρο κάθε στιγμή; Γιατί αν το παιδί μας χύσει το νερό ή το γάλα του, του βάζουμε τις φωνές αντί να του δώσουμε με χαμόγελο το χαρτί ή τη σφουγγαρίστρα να το μαζέψει μόνο του, μουρμουράμε και το κάνουμε εμείς αντί γι’ αυτό, αφού εμείς το κάνουμε τέλεια, ενώ αυτό δεν ξέρει; Γιατί παίρνουμε τόσο προσωπικά τα λόγια ενός συνάδελφου που είναι θυμωμένος για τους δικούς του λόγους και αρχίζουμε να υποθέτουμε ότι είναι κακός ή ότι κάτι του κάναμε και νιώθουμε ενοχικά; Γιατί πρέπει να έχουμε παραπάνω από ένα πιάτο ζεστό φαΐ και μια σαλάτα σε ένα τραπέζι φίλων, παρά γεμίζει το τραπέζι με τόσα πράγματα που στο τέλος τα πετάμε; Γιατί να αντιστεκόμαστε στο χρόνο και να αρνιόμαστε ότι γερνάμε; Δεν είναι υπέροχο να μεγαλώνεις και παρ’όλα αυτά να ζεις; Ευλογία είναι! Αυτά κι άλλα πολλά μπορεί κανείς να τα αντιμετωπίζει με αυτό που κρύβει μέσα της η φράση «ε, και;».

Ξέρετε, πολλές φορές και στην ατομική αλλά και στην ομαδική ψυχοθεραπεία, έχω χρησιμοποιήσει αυτή τη φράση σαν την άσκηση. Λέω στους συμμετέχοντες στα κατά καιρούς σεμινάρια που κάνω, κάντε αυτή την άσκηση: την ώρα που κάτι σας πάει στραβά, «πιάστε το», αναγνωρίστε το και αλλάξτε το. Πείτε: «ε, και;». Όσοι το κατάφερναν να το κάνουν ένιωθαν ανάλαφροι, σαν να ήταν άλλοι άνθρωποι. Έκαναν την ίδια δουλειά, π.χ. σκούπιζαν τα σπασμένα γυαλιά στο πάτωμα, αλλά χωρίς βάρος. Με χαρά. Είναι υπέροχο. Δοκιμάστε το. Μόλις πιάνετε τον εαυτό σας να αγωνιά, να θυμώνει, να φοβάται, να κάνει άσχημες σκέψεις, αναγνωρίστε το και αλλάξτε το. Δεν μπορώ να σας περιγράψω με λόγια το αποτέλεσμα, ειδικά αν καταφέρετε για μια ώρα τη μέρα να είστε σε τέτοια συνεχή επαγρύπνηση. Κι αν αυτό φτάσει να γίνεται και στο επίπεδο της σκέψης ή του συναισθήματος, τότε συμβαίνουν μικρά θαύματα που μόνο όταν το βιώσετε θα το καταλάβετε. 

Πώς ήρθε «η σκέψη και σφηνώθηκε μέσα στο νου» για τη συγγραφή του βιβλίου, όπως γράφετε σε ένα σημείο;

Ε.Π. Όχι, δεν σφηνώθηκε η σκέψη για τη συγγραφή βιβλίου. Όπως έχω ήδη πει κι άλλες φορές, γράφω επειδή έτσι μου βγαίνει. Δεν το σκέφτομαι. Σιγά σιγά, παίρνει μορφή, επειδή έτσι νιώθω καλά μέσα μου. Αν δεν μου αρέσει, το σταματώ, το σκίζω και το πετώ. Ή το αφήνω να το ξαναδώ μετά από χρόνια. Δεν γίνεται για να γίνει. Γίνεται επειδή γίνεται. Μόνο του. Πολλές φορές και χωρίς εμένα. Ίσως ας πούμε να γίνομαι το μέσο για να βγουν όσα βγαίνουν. Δεν είναι μυαλό, είναι κάτι άλλο. Η έμπνευση είναι μυαλό; Όχι. Είναι κάτι άλλο που σε ξεπερνάει.

Πόσο επηρεάζει ο συγγραφέας τον ψυχοθεραπευτή και το αντίθετο, συμβαδίζουν πλάι πλάι, έχουν  εύκολη συμβίωση;

Ελένη ΠερινούΕ.Π. Πολύ! Είναι το καλύτερο ζευγάρι που έχω δει ποτέ μου! Μα έτσι είναι η ίδια η ζωή. Τι νομίζετε ότι είναι ο ψυχοθεραπευτής; Ένας άνθρωπος είναι σαν όλους τους άλλους. Ένας άνθρωπος που ψάχνεται, αγρυπνά, αναζητά. Βιώνει, μαθαίνει, πέφτει, σηκώνεται, αλλάζει. Του ανοίγουν την πόρτα της ψυχής τους οι άνθρωποι και μπαίνει με σεβασμό στο «σπιτικό τους». Εκεί βιώνει την ιστορία ζωής ενός άλλου. Αφουγκράζεται, συναισθάνεται, περπατάει μαζί του. Σε ένα άλλο σενάριο ζωής. Και τι είναι ο συγγραφέας; Ένας άνθρωπος σαν όλους τους άλλους κι αυτός, με μια ουσιαστική διαφορά: ο συγγραφέας πλάθει σενάρια ζωής, ενώ ο ψυχοθεραπευτής τα ζει, τα βιώνει μέσα από τους άλλους. 

Το κυνήγι της ύλης και η τοποθέτησή της ψηλά στη λίστα των επιθυμιών μας είναι γεγονός. Συχνά παρασυρόμαστε όλοι σε αυτό το κυνήγι. Ένα τρανταχτό παράδειγμα είναι και η κατάσταση πολλών συνανθρώπων μας σήμερα και η θέση στην οποία έχουν περιέλθει ψάχνοντας απεγνωσμένα την ευτυχία στην ύλη. Πού βρίσκεται τελικά η ευτυχία; Γιατί δεν μπορούμε να τη βρούμε; Γιατί επιμένουμε να την αναζητούμε εκεί που δεν υπάρχει; Τι σημαίνει ευτυχία για εσάς; Είστε ευτυχισμένη; Τι σας κάνει ευτυχισμένη;

Δεν πειράζει που οι άνθρωποι ψάχνουν την ευτυχία στην ύλη. Άμα δεν ψάξεις πώς θα βρεις; Πώς θα καταλάβεις ότι αυτό που ψάχνεις δεν είναι εκεί που το ψάχνεις; Έπειτα, τι είναι η ευτυχία; Το έχουμε τόσο πολύ αναλύσει, που νομίζω ότι δεν καταλαβαίνουμε τι ακριβώς εννοούμε όταν λέμε ευτυχία. Άλλος εννοεί, να κάθεσαι αραχτός, να έχεις τις ανέσεις σου, τα χρήματα, μια ωραία γυναίκα – ή άντρα – δίπλα σου, που να καλύπτει όλες τις ανάγκες σου. Άλλος εννοεί να μη δουλεύεις και να ρομαντζάρεις πλάι στο κύμα. Άλλος πάλι να μη γεράσεις ποτέ. Καθένας ερμηνεύει αυτή τη λέξη όπως θέλει ή όπως έχει μάθει να αντιλαμβάνεται. Τι είναι όμως πραγματικά η ευτυχία; Δεν είναι καλή τύχη που έχεις γεννηθεί; Που είσαι ζωντανός; Που έχεις όλες τις ομορφιές του κόσμου στα πόδια σου; Που έχεις ανθρώπους δίπλα σου να σ’ αγαπάνε και να τους αγαπάς; Που μεγάλωσες, ενηλικιώθηκες, γερνάς κι είσαι ακόμα στα πόδια σου; Που παρ’ όλες τις δυσκολίες εσύ ακόμα συνεχίζεις να βλέπεις την ομορφιά γύρω σου; Που παρ’ όλες τις αναπόφευκτες απώλειες, εσύ έχεις μέσα στην καρδιά σου αγάπη για τον συνάνθρωπο, εκτίμηση και σεβασμό για τον εαυτό σου; Τίποτα δεν κρατάει μέσα στο χρόνο αιώνια. Η ζωή είναι συνεχείς αλλαγές. Αλλά εμείς δεν τις θέλουμε. Θέλουμε εσαεί να είμαστε χαρούμενοι και να απολαμβάνουμε. Να μας εξυπηρετούν και ίσως να μας υπηρετούν πάντα κάποιοι άλλοι. Κι αυτό είναι μια παιδική αντίληψη, εγωκεντρική. Το παιδί χρειάζεται την φροντίδα και την προστασία των γονιών του. Αλλά καθώς μεγαλώνει, δε μεγαλώνει πραγματικά. Παραμένει συνήθως ένα παιδί σε σώμα ενήλικα και όλο ζητάει να πάρει απ’ έξω. Από κάποιον άλλον. Ο ώριμος άνθρωπος είναι αυτός που ξέρει τις ανάγκες του και μαθαίνει σιγά σιγά να συγ-χωρεί. Να χωράει όλο και περισσότερες πλευρές της ζωής μέσα του. Να χωράει και το ανάποδο, το στραβό, το ανορθόδοξο και το παράλογο. Μήπως ο ίδιος δεν έχει μέσα του όλες αυτές τις πλευρές; Όλοι έχουμε και τον κριτή και το θύμα. Και τον διάβολο και τον άγγελο. Η διαφορά ενός ώριμου και ισορροπημένου ανθρώπου από έναν που παραμένει και επιμένει στον παιδικό – εγωκεντρικό  τρόπο σκέψης είναι ότι ο ώριμος άνθρωπος αναγνωρίζει τις «κακές» του πλευρές, ξέρει ότι τις έχει μέσα του, αλλά έχει καταφέρει να κυριαρχήσει πάνω τους. Δεν τις σβήνει ποτέ, ούτε τις εξαφανίζει. Πάντα θα υπάρχουν. Αλλά αυτό, είναι και το σημείο που τον ενώνει με τους άλλους και γίνεται η γέφυρα της συγχώρεσης. Συγχωρώντας τον εαυτό μας, μπορούμε να συγ-χωρέσουμε και τους άλλους. 

Πολλές γυναίκες ακόμη και τώρα που μιλάμε, διαφορετικών κοινωνικών, οικονομικών, μορφωτικών επιπέδων, βρίσκονται σε ένα δύσκολο γάμο και παραμένουν σε αυτόν γαντζωμένες από στερεότυπα, πεποιθήσεις, ταμπού. Είναι τόσο δυνατά ριζωμένα όλα αυτά στον τόπο μας και φτάνουμε σε σημείο να χαραμίζονται οι μοναδικές ζωές αυτών των γυναικών στο βωμό τους; Πιστεύετε πως μπορεί να αλλάξει αυτό και πώς;

Ε.Π. Για ποιο λόγο να αλλάξει; Τι σας πειράζει εσάς; Και πώς βγάζετε το συμπέρασμα ότι χαραμίζονται; Έχετε περπατήσει με τα δικά τους «παπούτσια»;  Ή μήπως ακούτε τα παράπονά τους και τα πιστεύετε; Είναι άραγε αλήθεια; Κι αν ναι, για ποιο λόγο δεν κάνουν οι ίδιες κάτι ώστε να αλλάξει αυτό; Ξέρετε, πολλές φορές, οι άνθρωποι παραπονιούνται επειδή θέλουν να προκαλέσουν τον οίκτο μας. Επειδή μέσα από αυτόν τον λανθασμένο τρόπο, παίρνουν μια υποτυπώδη επιβεβαίωση. Την επιβεβαίωση του εξιλαστήριου θύματος που θυσιάζεται και άρα είναι «μεγάλη» ψυχή. Αν κάποιος θέλει να αλλάξει τη ζωή του, είναι ελεύθερος πια να το κάνει. Δεν ζούμε στον Μεσαίωνα. Αν έχεις ένα πρόβλημα λύσε το. Αν δεν λύνεται, τότε δεν είναι πρόβλημα αλλά κατάσταση που πρέπει να αποδεχτείς, να συμφιλιωθείς και να πας μαζί της. Οπότε, πώς το ξέρετε ότι είναι πρόβλημα για τις γυναίκες αυτές; Ή μήπως λυγίζετε και πονάτε και δεν αντέχετε να ακούτε τον πόνο του άλλου; Όσα συμβαίνουν έχουν τη θέση τους και το λόγο τους. Αρκεί να έχουμε μάτια να δούμε και αυτιά για να ακούσουμε.

Τι είναι προτιμότερο κατά τη γνώμη σας, το κυνήγι της ουτοπίας ή η δημιουργία της με ό,τι «υλικά» βρίσκονται γύρω μας;

Ε.Π. Υπάρχει η ουτοπία; Ή όλα βρίσκονται μέσα στο μυαλό μας; Πόσα από αυτά που πριν εκατό χρόνια υπήρχαν μόνο στη φαντασία και στο μυαλό μας, είναι σήμερα πραγματικότητα; Μπορούμε να φτιάξουμε το πιο «τρελό» πράγμα. Για φανταστείτε, πώς θα έβλεπαν οι πρόγονοί μας πριν διακόσια ή τριακόσια χρόνια ένα κινητό τηλέφωνο; Επιστημονική φαντασία; Τι θέλουμε; Τι σκεφτόμαστε; Πώς φανταζόμαστε τη ζωή μας; Πού θέλουμε να ζούμε; Πώς θέλουμε να ζούμε; Ποιος επέλεξε για σένα; Οι άλλοι; Μήπως συμφώνησες μαζί τους; Δηλαδή τελικά μήπως ήταν και είναι δική σου επιλογή;

Ένα ποτήρι γυάλινο υπήρξε πρώτα ως σκέψη. Μετά ακολούθησε η διαδικασία της υλοποίησης. Πώς θα το φτιάξω, πώς θα το κάνω ορατό, πραγματικό; Πού θα βρω τα υλικά και ποιους φυσικούς νόμους θα εφαρμόσω ώστε να πετύχω αυτό που θέλω; Βλέπεις τα σπίτια των ανθρώπων και διακρίνεις μια διαφορετικότητα. Κανένα δεν είναι ίδιο με το άλλο. Το κάθε ένα αντιπροσωπεύει, καθρεφτίζει αυτόν που το κατοικεί. Τον κύριο του σπιτιού. Κάπως έτσι είναι και η ζωή μας. Καθρεφτίζει αυτό που έχουμε μέσα μας. 

Σε αρκετά σημεία διέκρινα έναν ποιητικό λόγο, ποια η σχέση σας με την ποίηση;

Ε.Π. Νιώθω θαυμασμό και δέος. Υποκλίνομαι στο φως που πέρασε μέσα από αυτούς τους υπέροχους νόες, από αυτές τις εξαιρετικά όμορφες ψυχές και το ακολουθώ όσο και όπως μπορώ. Και για να είμαι ακριβής, τουλάχιστον είμαι πρόθυμη και ανοιχτή να το ακολουθήσω, όταν και όποτε δύναμαι να το «δω» όταν πλησιάζει προς το μέρος μου. Γιατί το φως υπάρχει για όλους. Εμείς δεν το βλέπουμε.

Θεωρείτε τον εαυτό σας στρατευμένο συγγραφέα; Ποια θα πρέπει να είναι τα χαρακτηριστικά ενός συγγραφέα;

Ε.Π. Δεν καταλαβαίνω τι εννοείτε. Τι πάει να πει στρατευμένος συγγραφέας; Και πώς να ξέρω εγώ ποια είναι τα χαρακτηριστικά του; Όχι, δεν ξέρω και δεν θέλω να ξέρω τίποτα από αυτά. Γράφω επειδή έτσι νιώθω ένα με την ψυχή μου. Επειδή να το πω απλά, νιώθω καλά. Μου αρέσει.

Πολλές φορές, όπως επισημαίνετε και εσείς, κρίνουμε εξ ιδίων τα αλλότρια, με τη δική μας ματιά από το δικό μας παράθυρο. Έχουμε ενσυναίσθηση ως λαός, μπαίνουμε εύκολα στη θέση του άλλου; Έχουμε αλλάξει τα τελευταία χρόνια;

Ε.Π. Δύσκολη η απάντηση. Δεν μπορώ και δεν θέλω να απαντάω γενικευμένα. Μπορώ να σας πω οτιδήποτε αφορά εμένα ή τις εμπειρίες μου. Με βάση λοιπόν την μικρή μου εμπειρία, η συναισθηματική νοημοσύνη των ανθρώπων που γνώρισα και ήρθα σε επαφή μαζί τους μέχρι τώρα, στο μεγαλύτερο ποσοστό είναι σε χαμηλό επίπεδο. Σχεδόν «νηπιαγωγείου». Πολύ εύκολα παίρνουν τα λόγια και τις καταστάσεις προσωπικά. Δεν έχουν μάθει να ακούνε τον άλλον. Όχι, δεν μπαίνουν στη θέση του άλλου εύκολα. Τις περισσότερες φορές το κάνουν τυπικά και νιώθουν τυχεροί που δεν είναι στη θέση του άλλου. Όμως αν κρίνω από την αλληλεγγύη που δείξαμε ως λαός στους πρόσφυγες για παράδειγμα, συγκινούμαι από την ανθρωπιά που έχουμε και που είναι ατόφια. Στις πιο στενές όμως επαφές, τα πράγματα αλλάζουν. Εντάξει, οι κατατρεγμένοι άνθρωποι έχουν ανάγκη τα βασικά της επιβίωσης. Δεν συγκρούονται μαζί σου εκ πρώτης. Όμως ο γείτονας, ο συνάδελφος ή ο συγχωριανός μας δεν είναι το ίδιο. Εκεί νιώθουμε πως αυτός καραδοκεί να μας βλάψει, να κουτσομπολέψει, να μας  κακοχαρακτηρίσει, να μας συκοφαντήσει. Ξέρετε πόσες φορές έχει τύχει να μου λένε οι ασθενείς μου πράγματα φουσκωμένα και παραγεμισμένα, μέσα από την δική τους οπτική, μερικές φορές όχι απλά μεγεθυμένα αλλά σχεδόν αναληθή; Στην πιο προσωπική επαφή, στην καθημερινότητα, αναδύονται τα προβλήματα και οι αδυναμίες. Σε έναν καταστροφικό σεισμό, οι άνθρωποι θα συμφιλιωθούν ακόμα και με τον εχθρό τους. Ο κοινός κίνδυνος που ξεπερνάει τον έλεγχό τους και παραδίδεται ολότελα στα στοιχεία στης φύσης, μας κάνει να ξεχνάμε τους μικροθυμούς και τις μικροέχθρες. Χρησιμοποιώντας την «άδεια καρέκλα» – την τεχνική της Γκεστάλτ όπου τα αντιμαχόμενα πρόσωπα ή μέρη του εαυτού ανοίγουν διάλογο το ένα απέναντι στο άλλο –  δεν υπήρξε μέχρι τώρα κανείς μα κανείς, που να το κάνει με τη μία και πρόθυμα. Όλοι ξινίζουν, ντρέπονται, αρνούνται. Πολλοί δεν καταφέρνουν με την πρώτη φορά να μπουν στη θέση του άλλου. Δουλεύουμε και ξανά δουλεύουμε και με άλλες τεχνικές προσεγγίσεις, μέχρι να έρθουν στη θέση του άλλου και να συνειδητοποιήσουν τη δική του αλήθεια. Αρκετοί τα καταφέρνουν εύκολα από την πρώτη κιόλας φορά και απορούν μετά γεμάτοι θαυμασμό. Στο τέλος, ύστερα από αρκετές συνεδρίες, έρχονται και ξέρουν. Η «άδεια καρέκλα» είναι εκεί γι’ αυτούς και τους περιμένει. Ξέρουν ότι θα βοηθηθούν.

Οι άνθρωποι που έχουν αναπτυγμένη συναισθηματική νοημοσύνη, είναι πιο ισορροπημένοι, καταλαβαίνουν τον άλλον όχι απλά νοητικά αλλά από την καρδιά τους. Όταν κατανοεί κάποιος το πρόβλημά σου, δεν  είναι όμορφο, ανακουφιστικό και ευεργετικό; Δεν σε αλαφρώνει; Δεν ανοίγεις την καρδιά σου και αφήνεις στην άκρη το βάρος που κουβαλάς; Τι καλύτερο από το να υπάρχει κατανόηση στους ανθρώπους; Όταν κατανοώ τι περνάς, έρχομαι κοντά σου. Κι όταν έρχομαι κοντά σου και κάνω επαφή, εύκολα βρίσκουμε λύση σε οποιαδήποτε διαφορά και σύγκρουση. Η ψυχοθεραπεία βοηθά πολύ στο να καλλιεργηθεί και να αναπτυχθεί η συναισθηματική νοημοσύνη.

Μην ελέγχοντας τις παρορμήσεις, στην ουσία δεν ελέγχουμε το ίδιο μας το σώμα. Θα μπορούσε ενδεχομένως να βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση μια ενασχόληση με κάτι δημιουργικό, χορός, τέχνη, ώστε να βοηθήσει αυτό στη σταδιακή επαναφορά της «κατάστασης στα χέρια μας;»

Ε.Π. Αυτό το τελευταίο «η κατάσταση στα χέρια μας» μου δείχνει ότι σας βοηθάει, νιώθετε ασφαλής όταν έχετε τον έλεγχο. Ή μήπως δεν κατάλαβα την ερώτηση; Δεν μπορούμε να ελέγξουμε τίποτα από όσα φέρνει η ζωή. Κι αυτό είναι η ομορφιά της. Δεν είναι ο σκοπός της ψυχοθεραπείας να πάρεις την «κατάσταση στα χέρια σου». Να ελέγχεις τα πάντα γύρω σου. Όχι. Ο σκοπός της είναι να σε κάνεις να απαλλαγείς από κάθε είδους ελεγκτικό μηχανισμό και να αφεθείς. Να ελευθερωθείς από φοβίες και ψυχαναγκασμούς, να ελευθερωθείς από δυαδικούς διαχωρισμούς καλού – κακού και να είσαι ο εαυτός σου. Αυτός που είσαι, όπως είσαι. Να αναγνωρίζεις τι νιώθεις κάθε στιγμή, να αφουγκράζεσαι αυτή τη μικρή φωνή μέσα σου, από που έρχεται, ποιος μιλούσε έτσι, και πώς, με ποιόν τρόπο ήρθε και εγκαταστάθηκε μέσα σου και σε ελέγχει. Σε κατευθύνει. Να πετάξεις τα «παλιοσιδερικά που κουβαλάς χρόνια μέσα στο μπαούλα που σέρνεις μαζί σου και νόμιζες πως είναι χρυσάφι και θησαυρός», όπως λέω και σε ένα σημείο του βιβλίου. Να πετάξεις τα αγκάθια που καρφώθηκαν στο λαιμό σου και δεν σε αφήνουν να πεις το τραγούδι της ζωής. Να είσαι εδώ, παρών, ολόκληρος, ψυχή τε και σώματι.  

Ο χορός, η ζωγραφική, το θεατρικό παιχνίδι, η κίνηση, το κολύμπι, όλες αυτές οι δραστηριότητες και ιδιαίτερα υπό τη μορφή της τέχνης βοηθούν, αν βέβαια σου αρέσει κάτι από όλα αυτά. Αν σου αρέσει να συμμετέχεις σε μια θεατρική παράσταση, κάντο. Οτιδήποτε σου αρέσει κι έχει να κάνει με τέχνη, κάντο άφοβα. Τουλάχιστον θα περνάς δημιουργικά, όμορφα, θα χαίρεσαι.

Ενοχές, εμμονές, πάθη, θάνατος, σχέση, συγγνώμη, αποδοχή, κατανόηση, έρωτας, θα μπορούσατε να τα ταξινομήσετε κατά σειρά δυσκολίας στη διαχείρισή τους;

Ε.Π. Ας αφήσουμε το θάνατο και τον έρωτα απ’ έξω. Δεν μπορώ να πω «διαχειρίζομαι το θάνατο» ή «διαχειρίζομαι τον έρωτα». Αυτές είναι καταστάσεις που μας υπερβαίνουν και ή τις βιώνεις ή όχι. Ως προς το θάνατο βέβαια είναι σίγουρο πως θέλοντας και μη θα τον βιώσουμε όλοι μας. Αλλά ως προς τον έρωτα δεν είναι σίγουρο πώς όλοι τον γνωρίζουμε ή τον γνωρίσαμε αληθινά. Τώρα ως προς τα υπόλοιπα, ναι, μπορούμε μαθαίνοντας τον εαυτό μας και αναγνωρίζοντας όλες του τις πλευρές, να τακτοποιήσουμε μερικά πράγματα, εκκρεμότητες, ανοιχτές πληγές ή «ανοιχτούς λογαριασμούς». Ξέρετε, όταν ένας άνθρωπος παραδέχεται ότι έχει φοβίες, εμμονές ή πάθη γενικότερα, αυτό και μόνο αντιστοιχεί στο μισό της θεραπείας του. Όταν ξέρω και αποδέχομαι εν τέλει, ότι το χέρι μου έχει σπάσει, τότε υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να πάω στο γιατρό να μου βάλει γύψο. Ο βαθμός δυσκολίας διαφέρει για κάθε θέμα και για κάθε άνθρωπο. Μπορεί κάποιος να έχει απλά και μόνο μια φοβία αλλά να χρειαστεί περισσότερες συνεδρίες μέχρι να ελευθερωθεί από αυτή. Ενώ κάποιος άλλος μπορεί να έχει κατάθλιψη βαριάς μορφής αλλά να είναι έτοιμος και πρόθυμος να βγει από αυτήν, οπότε μέσα σε λίγες συνεδρίες το καταφέρνει. Δεν μπορώ λοιπόν να ταξινομήσω τόσο εύκολα τα ψυχικά προβλήματα που μου αναφέρατε, εξαιτίας της μοναδικότητας του κάθε ανθρώπου. Στην ψυχοθεραπεία δεν μιλάμε για σύμπτωμα ή ασθένεια. Μιλάμε για άνθρωπο ξεχωριστό και μοναδικό. Εκείνος σε οδηγεί στην ψυχή του όταν σου ανοίγεται. Ποτέ δεν μοιάζει απόλυτα για παράδειγμα η μία φοβία με την άλλη, ακόμα κι αν στο εγχειρίδιο της κλινικής ψυχιατρικής οι φοβίες είναι καταχωρημένες ανάλογα με το είδος τους. Κάθε άνθρωπος βιώνει την ίδια φοβία με διαφορετικό τρόπο. Μ’ αυτό το σκεπτικό, ποτέ δεν είναι ίδια και η θεραπευτική παρέμβαση. Δεν υπάρχουν συνταγές στην ψυχοθεραπεία.

«Μάθε με να λειτουργώ τον εγκέφαλό μου σα δικό μου και όχι σα δικό σου», γράφετε σε κάποιο σημείο. Επίσης, παρακάτω επισημαίνετε πως τα παιδιά λειτουργούν ως σκιές δικές μας. Τι είναι αυτό το δυνατό που επιμένει και δεν μας αφήνει να το «χωνέψουμε» ως γονείς πως πρόκειται για διαφορετικούς ανθρώπους και συνεχίζουμε να πράττουμε τα ίδια λάθη;

Ε.Π. Μα οι καταγραφές μας. Αυτά που έχουν εντυπωθεί μέσα μας, μας ορίζουν και μας καθορίζουν. Βλέπετε καμιά φορά ελληνικές ταινίες; Θυμάστε που κάποτε έπρεπε ο αδερφός να παντρέψει πρώτα τις αδερφές του και μετά είχε το δικαίωμα να παντρευτεί; Θυμάστε πως το πάρτι ήταν κακό πράγμα και η τιμή του κοριτσιού, η αξία του δηλαδή εξαρτιόταν από την ηθική του; Δεν επιτρέπονταν οι προγαμιαίες σχέσεις. Δεν είναι πολλά χρόνια πίσω που συνέβαιναν αυτά τα πράγματα. Ήταν οι κοινωνικοί κανόνες της εποχής. Τώρα ζούμε σε μια ελευθεριάζουσα εποχή. Όλα επιτρέπονται και μάλιστα με νόμο. Όλα. Δεν υπάρχουν αξίες και αρχές, δεν υπάρχει όριο μεταξύ ελευθερίας και ασυδοσίας. Δεν υπάρχει σεβασμός. Ούτε όριο μεταξύ ανοησίας και παραλογισμού. Δεν υπάρχει αισθητική, ούτε καλαισθησία. Παρόλα αυτά, αυτή η εποχή πιστεύω ότι θα γεννήσει κάτι καινούργιο και όμορφο. Αλλά τώρα είμαστε ακόμα στη φάση των «ωδινών» του τοκετού.

Οι ελλείψεις μας ως παιδιά, αυτές οι ελλείψεις της ψυχής μας, δεν καλύφθηκαν ποτέ. Αν σας μάλωναν στο σπίτι για τους κακούς βαθμούς στο σχολείο, εσείς πώς φαντάζεστε ότι θα συμπεριφερθείτε στα παιδιά σας αντίστοιχα; Για ποιο λόγο; Ίσως επειδή φοβάστε κατά βάθος ότι θα σας κατηγορήσει η δασκάλα ως κακό γονιό, ότι δεν νοιάζεστε για το παιδί σας. Αυτός ο υποσυνείδητος φόβος – που δεν τον καταλαβαίνετε, δεν τον έχετε καν δει – σας οδηγεί να μαλώσετε το παιδί σας, αντί να αφιερώσετε χρόνο για να είστε δίπλα του και να κάνετε αληθινή επαφή, να το ακούσετε. Κάτι του συμβαίνει, αλλά το αγνοείτε και δεν σκεφτήκατε να προσπαθήσετε να μάθετε, να το ρωτήσετε, να το αφουγκραστείτε, επειδή η ζωή τρέχει, είστε κουρασμένος, νευριασμένος, απογοητευμένος κλπ.  Αν δεν σας επιβράβευαν οι γονείς σας και είσαστε κάπως παραγκωνισμένος σε σχέση με τα αδέρφια σας, ή ακόμα χειρότερα σας κατέκριναν και σας υποβίβαζαν συχνά, μπορεί να μεγαλώσετε το παιδί σας επιβραβεύοντας κάθε του πράξη αδιάκριτα, από φόβο μήπως το παιδί σας νιώσει το θυμό και την πίκρα που εσείς νιώσατε. Αυτό όμως δεν του κάνει καλό, μάλλον το βλάπτει. Το οδηγεί να γίνει χειριστικό και να φτιάξει μια μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, όταν με το παραμικρό τού λέτε μπράβο. Ανοίγετε δηλαδή κι άλλη μια πληγή πλάι στη δική σας χωρίς να το καταλαβαίνετε.

Είμαστε τελικά το αγριότερο ζώο σε αυτό τον πλανήτη; Πώς μεταμορφωνόμαστε τόσο εύκολα σε κάτι τέτοιο ξεκινώντας και εμείς από μικρά παιδιά; Τι είναι αυτό που βγάζει το τέρας από μέσα μας και απενοχοποιεί όλες τις πράξεις;

Ε.Π. Όχι δα! Ας μην γενικεύουμε τόσο πολύ. Είμαστε άνθρωποι κι έχουμε και την ζωώδη πλευρά μέσα μας και την αναπτυγμένη. Τώρα ως προς το τέρας μέσα μας, θα επαναλάβω αυτό που απάντησα σε κάποια από τις προηγούμενες ερωτήσεις. Έχουμε μέσα μας τον άγγελο και τον διάβολο, την πεντάμορφη και το τέρας αν το θέλετε έτσι. Θα έλεγα ότι η αγάπη μάς εξυψώνει, μας ομορφαίνει, βγάζει τον άγγελο από μέσα μας, ενώ ο φόβος μάς βγάζει την ενστικτώδη, ζωώδη φύση μας. Όταν ο άνθρωπος φοβάται, είναι ικανός να θυμώσει τόσο που να βγάλει τον φρικτό εαυτό του απέναντι στον άλλον. Αλλά δεν πιστεύω ότι το «τέρας» δεν έχει ενοχές όταν για παράδειγμα χρησιμοποιεί βία ή κάνει το έγκλημα. Μπορεί να τις απωθεί, να μην έχει επίγνωση, αλλά υπάρχουν μέσα του. Δεν γίνεται να μην έχεις ενοχές όταν βλάπτεις κάτι ή κάποιον, τουλάχιστον σε φυσιολογικά πλαίσια. Η Άλις Μίλλερ λέει ξεκάθαρα ότι αν έχεις κακοποιηθεί ως παιδί από τον γονιό σου αλλά δεν υπήρχε κανείς άλλος μπροστά ως μάρτυρας, συμβαίνει αυτό το παράδοξο: τελικά ταυτίζεσαι με τον θύτη σου και κάποια στιγμή γίνεσαι ίδιος. Αν όμως υπάρχει έστω ένα άλλο πρόσωπο μπροστά, γιαγιά, παππούς, αδερφός κλπ. Τότε αυτό και μόνο αρκεί για να γλιτώσει το παιδί από αυτή την παθολογική ταύτιση. Γιατί μέσα από το πρόσωπο – μάρτυρα, εκλαμβάνει και μια άλλη οπτική: δεν έχει μοναδική επιλογή να πιστέψει ότι άξιζε αυτή την κακοποίηση. Μπορεί να δει και την άλλη φωτεινή επιλογή: ούτε έφταιγε, ούτε άξιζε οποιουδήποτε είδους κακοποίηση. Αλλά αν έχεις ταυτιστεί απόλυτα με τον θύτη σου, δεν αφήνεις χώρο για συνειδητές ενοχές. Τις απωθείς πλήρως και βγάζεις μόνο το «τέρας» μπροστά, κρατώντας τον άγγελό σου φυλακισμένο.

Ο φόβος, η μοναξιά, η απόρριψη, δημιουργούν θυμό που βράζει και κάποια στιγμή ξεσπάει. Αλλά πίσω από όλα τα «αρνητικά» συναισθήματα (παρόλο που δε μ αρέσει αυτή η κατηγοριοποίηση, κάπως πρέπει να ξεχωρίσουμε και να ονομάσουμε τα συναισθήματα που μας βγάζουν από την ηρεμία και τη γαλήνη), κρύβεται ο φόβος. Δεν έχω λόγο να θυμώσω όταν δεν φοβάμαι ότι με κατηγορείς, ότι με θίγεις, ότι με προσβάλλεις. Όταν φοβάμαι ότι έχεις δίκιο και σε πιστεύω, το παίρνω προσωπικά με συνέπεια να θυμώνω, να αμύνομαι. Για ποιο λόγο αμύνομαι; Επειδή νιώθω πως κινδυνεύω. Τι σημαίνει κινδυνεύω; Πώς αντιδρώ; Φοβάμαι. Πίσω από το θυμό, την ένταση, την άμυνα, ελλοχεύει ο φόβος. Ο φόβος που επισφραγίζει την αίσθησή μας ότι δεν αξίζουμε. Ότι είμαστε ατελείς, όχι αρκετά καλοί, όχι όπως έπρεπε να είμαστε. Όταν νιώθεις αγάπη δε φοβάσαι. Κι όταν φοβάσαι, δεν έχεις χώρο στην καρδιά σου για την αγάπη.

Μετά από τόσα χρόνια αναζήτησης του νου και της ψυχής βρήκατε τελικά το νόημα της ζωής;

Ε.Π. Όχι! Που να το βρω; Εδώ δεν το έχουν βρει μεγάλοι σοφοί, θα το βρω εγώ; Άμα γνώριζα την Αλήθεια δεν θα ήμουν εδώ να ψάχνω το νόημα της ζωής… Και να σας πω και κάτι; Δε με νοιάζει και πολύ. Και ξέρετε γιατί; Άμα αναλωθώ στο να αναζητώ το νόημα, χάνω την ίδια τη ζωή σε διανοητικές αναλύσεις. Μονάχα, να, ανοίγομαι και ζω. Είμαι εδώ. Τώρα. Πέφτω σηκώνομαι και προχωράω. Κάθε μέρα είναι μια καινούργια μέρα. Είμαι πρόθυμη να αφήνομαι στο κύμα και να το αφήνω να με ταξιδεύει. Θέλω να ανοίξω κι άλλο την καρδιά μου, να νιώθω πως έχω κι άλλο χώρο για την αγάπη. Θέλω να χορεύω, να κολυμπώ, να αγκαλιάζω, να φιλώ, να προσφέρω, να είμαι χρήσιμη σε αυτόν τον κόσμο.

Τι να πω εγώ; Τα έχει πει δυο χιλιάδες χρόνια πριν ο Ιησούς. Τα έχουν πει οι μεγάλοι μύστες και σοφοί της ανθρωπότητας. Το νόημα είναι να φύγεις από την πλάνη και να βρεις τη φώτιση. Έτσι μας είπαν. Η αλήθεια δεν ανήκει στο μυαλό. Δεν μπορείς με το μυαλό να συναντήσεις το φως το ανέσπερο. Κι εγώ μια μικρή κουκίδα αστερόσκονης, τι έχω να πω; Είμαι τυχερή που ζω. Υποκλίνομαι στο μεγαλείο του σύμπαντος, στο μεγαλείο του Θεού.

Τι ετοιμάζετε για το μέλλον;

Ε.Π. Τρελά σχέδια! Με κάνετε και γελάω… Κάνω όνειρα, αλίμονο, αυτό δεν σταματάει ποτέ, αλλά μη με ρωτάτε για προσχεδιασμένα πράγματα. Πριν από λίγο χτύπησε το τηλέφωνο και μου πρότειναν να κάνω ένα σεμινάριο με θέμα την ψυχολογία και την ασθένεια. Μου άρεσε η ιδέα. Πήρα λίγο χρόνο να το δω και θα απαντήσω. Χτες οδηγώντας, μου ‘ρθε μια μελωδία κι ένας στίχος, σταμάτησα κάπου στην άκρη και το έγραψα. Το καλοκαίρι αφήνω για λίγο τη δουλειά μου – εκτός από επείγοντα περιστατικά – και βοηθώ τον άντρα μου που έχει ένα γραφικό ταβερνάκι και δυο-τρία μικρά αυτόνομα διαμερίσματα για τους τουρίστες που μας επισκέπτονται. Εγώ ας πούμε έχω αναλάβει τα του ξενοδοχείου και βέβαια τη μουσική επιμέλεια και τις ζωντανές εμφανίσεις κάθε Σάββατο βράδυ που το ταβερνάκι διαμορφώνεται σε μικρή μουσική σκηνή. Τα βράδια του χειμώνα, μπορεί να πάει δύο και τρεις τη νύχτα γιατί δεν κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα γράφοντας.

Τα σχέδιά μου όταν και όποτε έρχονται στον νου μου, αρχίζουν και τελειώνουν με όνειρα που με κάνουν να αισθάνομαι όμορφα. Με σκέψεις αγάπης και χαράς. Με συναισθήματα που με γεμίζουν, με κάνουν να νιώθω πως προχωρώ προς την πληρότητα. Αλλά αυτό που είναι σημαντικό και το ξαναλέω, είναι το τώρα. Το εδώ και το τώρα. Όταν είσαι καλά στο παρόν σου, δεν σε αφορά το μέλλον. Εκείνο θα το ζήσεις στην ώρα του. Μένεις εδώ σε τούτη τη στιγμή και ρουφάς την ενέργεια της ζωής ολάκερη. Τα άλλα τα αφήνω στον Θεό.

Επεξεργασία εικόνας: Νάγια Γ. Μητροπούλου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here