Μια τελευταία μπίρα

Μια εβδομάδα μετά ήταν το πάρτι γενεθλίων του Γουίλ, του αφροαμερικανού φίλου του Έντι. Θα το έκανε στο σπίτι του, όμως η άρρωστη γιαγιά του έμενε εκεί τους τελευταίους δύο μήνες και δεν θα μπορούσαν να πιουν και να χορέψουν γύρω απ’το τεράστιο κουφάρι της. Για αυτό και ζήτησε από τον Έντι να μεταφέρουν το πάρτι στο σπίτι του, κι εκείνος φυσικά, δέχτηκε. Οι καλεσμένοι άρχισαν να καταφθάνουν κατά τις οχτώ και μέχρι τις δέκα, το σπίτι του Έντι είχε γεμίσει μέχρι τα μπούνια. Ήταν έξαλλο πάρτι. Πολλή μουσική, πολλά κορίτσια, πολλά φιλιά. Και, όπως ήταν αναμενόμενο, πολύ αλκοόλ. Οι φίλοι του Έντι είχαν κατεβάσει ήδη τρία μπουκάλια από μπίρες, βότκες και ουίσκι, όμως εκείνος έμοιαζε να είναι αδιάθετος γιατί δεν είχε αγγίξει τίποτα περισσότερο από ένα πλαστικό ποτηράκι με λίγη μπίρα, καθώς καθόταν μόνος και σκεπτικός στη γωνία του σαλονιού.

Ο Φράνκι είχε ανησυχήσει για αυτόν. Έτσι, πήγε και κάθισε κοντά του, βάζοντας τα χέρια του ανάμεσα στα πόδια, με τον ίδιο τρόπο που το έκανε και εκείνος. «Όλα καλά, αδελφέ; Δεν μοιάζεις και τόσο με άτομο που φιλοξενεί ένα πάρτι στο σπίτι του».

«Ναι, μια χαρά είμαι» είπε ο Έντι, χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει. «Απλά σκέφτομαι όλα αυτά που μου είπε ο πατέρας μου, εκείνο το μεσημέρι».

Το γέλιο του Φράνκι ήταν δυνατό. «Αυτός ο τυπάς, δικέ μου, ήταν τρελός. Γυάλιζε το μάτι του, λες και είχε βαρέσει τρεις απανωτές ενέσεις από καθαρή ηρωίνη. Όλα όσα έλεγε έρχονταν απευθείας από ένα ουράνιο τόξο που βρισκόταν μέσα στο χαλασμένο του μυαλό. Δεν πιστεύω να τον πήρες στα σοβαρά».

Ο Έντι άργησε να απαντήσει. Έμοιαζε να το σκέφτεται καλά τι επρόκειτο να πει. «Το θέμα είναι πως ναι, νομίζω πως τον πήρα στα σοβαρά και είχε δίκιο. Είχα αρχίσει να δένομαι υπερβολικά με το αλκοόλ». Κούνησε το πλαστικό του ποτηράκι δεξιά κι αριστερά. Ήταν γεμάτο ακόμη, δεν είχε πιει πολύ. «Περισσότερο από όσο καταλάβαινα».

«Ω, μα έλα, δικέ μου. Δεν μπορεί να σοβαρολογείς. Έπινες όσο περίπου πίναμε κι εμείς και δεν νομίζω πως θεωρούμαστε αλκοολικοί».

Ο Έντι κοίταξε με νόημα προς τη κουζίνα, εκεί όπου χοροπηδούσε ο Γουίλ, φορώντας μόνο τα εσώρουχά του, ενώ ο Σαμ βρισκόταν ξαπλωμένος στο έδαφος και προσπαθούσε να χορέψει σαν σκουλήκι, με τη μπλούζα του διπλωμένη μέχρι το στήθος, σαν σουτιέν.

«Μα τι λες ρε Έντι. Τα παιδιά απλώς διασκεδάζουν. Αυτό δεν σημαίνει πως είναι αλκοολικοί. Έλα, πάμε να σου πιάσουμε μια μπύρα, ή μάλλον όχι, καλύτερα λίγο ουίσκι και πάμε να διασκεδάσουμε κι εμείς μαζί τους».

Ο Φράνκι σηκώθηκε, κάνοντας μια επιδεικτική τούμπα και άπλωσε το χέρι του στον Έντι. Εκείνος το κοίταξε για μια στιγμή συνοφρυωμένος και ύστερα το έπιασε για να σηκωθεί κι εκείνος. Πήγανε μαζί μέχρι τη κουζίνα, με τον Φράνκι να αγκαλιάζει μια σειρά από φίλους του στην διαδρομή. Περνώντας όμως από τον πάγκο με τα ποτά και το μικρό ψυγειάκι το οποίο χρησίμευε για να κρατάει τις μπίρες παγωμένες, ο Έντι αρνήθηκε να πιει κάτι άλλο και συνέχιζε να κουνάει το κεφάλι δεξιά κι αριστερά, όσο κι αν επέμενε ο Φράνκι να τον ποτίσει λίγο ακόμα. Εν τέλει, διασκέδασαν και χωρίς αλκοόλ, και ο Τζακ που βρισκόταν κοντά στο σπίτι, παρακολουθώντας στα κρυφά τον γιο του, έτοιμος να επέμβει αν κάτι πήγαινε στραβά, χαμογέλασε πλατιά και σήκωσε τις γροθιές του πανηγυρίζοντας σαν ποδοσφαιριστής που σκόραρε το μεγάλο γκολ της νίκης.

Από εκείνη την ημέρα κι έπειτα, δεν τον επισκέφτηκε ξανά. Τουλάχιστον, όχι πολλές φορές. Του έφτανε ότι ήξερε πως ήταν λυτρωμένοι και οι δύο τους κι έτσι συνέχισε τη ζωή του με λιγότερες τύψεις από προηγουμένως. Εκείνος έπιασε μια δουλειά σε μια μεταφορική εταιρεία κι ο Έντι τελείωσε το σχολείο -όχι χωρίς απρόοπτα, βέβαια- κι εν τέλει, ξεκίνησε να φοιτεί σε ένα πανεπιστήμιο στην δυτική ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών. Προβλήματα, φυσικά, υπήρχαν, αλλά το αλκοόλ δεν ήταν ένα από αυτά.
Το αλκοόλ δεν ήταν ποτέ ξανά πρόβλημα, για την ακρίβεια.

Είχαν κάνει αμφότεροι μια νηφάλια, νέα αρχή και δεν επρόκειτο να αφήσουν το μεθυσμένο παρελθόν να τη φονεύσει.

Νίκος Κατέχης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here