Γράφει η Νένα Μπούρα

«Πανάρατος», ένα πρωτότυπο αποκριάτικο έθιμο της Αμφιλοχίας. Οι Απόκριες και το Καρναβάλι είναι για όλους μας μέρες γλεντιού, μεταμφίεσης και ξεγνοιασιάς. Κατά πάσα πιθανότητα η λέξη Καρναβάλι, προέρχεται από τις λατινικές λέξεις «carrus navalis», που σημαίνουν ναυτικό αμαξίδιο.

Κι αυτό γιατί, στις πομπές που γίνονταν κατά την διάρκεια των Ελευσίνιων Μυστηρίων, (που όπως και τα Διονύσια, ήταν οι πρόγονοι του σημερινού καρναβαλιού), για να μεταφερθεί το Ιερό Πέπλο της Αθηνάς στον Παρθενώνα, μέσω της Ιεράς Οδού, παρήλαυνε και μια μικρογραφία Ιερού Πλοίου. Οι μικρογραφίες αυτές είχαν ρόδες, τις στόλιζαν με άνθη και καρπούς, και έπαιρναν μέρος στις πομπές.

Άλλη εκδοχή είναι πως η λέξη καρναβάλι σχετίζεται πάλι με την λέξη αποκριά. Το καρναβάλι ετυμολογικά προήλθε από τις λατινικές λέξεις κάρνε (κρέας) και λεβάρε (αίρω, σηκώνω) και σημαίνει παύση της κρεοφαγίας, αντιστοιχεί δηλαδή ακριβώς στην δική μας λέξη: αποκριά, δηλαδή “αποχή από το κρέας”, για την τελευταία εβδομάδα του τριωδίου και κατ’ επέκταση εννοεί όλη την χαρούμενη περίοδο του καρναβαλιού. Επίσης αυτή η ετυμολογία τοποθετείται μετά την Χριστιανική επικράτηση.

Οι μεταμφιέσεις πρωτοεμφανίζονται περίπου το 2000 π.Χ. στην Ασία, και συγκεκριμένα στη Μεσοποταμία και τη Βαβυλώνα. «Η δούλα ντύνεται κυρά και ο υπηρέτης αφέντης».

Με την πάροδο των χρόνων, η περίοδος πριν την έναρξη της νηστείας της Μεγάλης Σαρακοστής, συνδέθηκε με την ελευθερία της διασκέδασης που επιτρέπει τη μεταμφίεση, και μέσα από λαϊκά δρώμενα, ήθη και έθιμα, έφτασε μέχρι τις μέρες μας, με διασκεδάσεις, συμπόσια, με τις «μουτσούνες», τους «κουδουνάτους» που με αθυροστομίες και αστεία πειράζουν όποιον βρουν στον δρόμο τους και δρώμενα με εικονικές μάχες ή δίκες.

Μπορεί λοιπόν το Καρναβάλι και οι Απόκριες να ξεκίνησαν από πολύ παλιά, μπορεί οι γιορτές αυτές να πήραν πολλά ονόματα, αλλά ένα πράγμα παρέμεινε σταθερό. Η διάθεση του ανθρώπου να μασκαρευτεί, να γελάσει, να διασκεδάσει ή απλά να γιορτάσει την αγάπη του για την ζωή.

Η αρχή των εορταστικών εκδηλώσεων γίνεται με την Τσικνοπέμπτη. Οι τρεις εβδομάδες πριν την αρχή της Σαρακοστής ονομάζονται Προφωνή, Κρεατινή και της Τυροφάγου.

Σε όλη την Ελλάδα υπάρχουν έθιμα άλλοτε σκωπτικά και άλλοτε κάποια που μας παραπέμπουν στην αρχαιότητα και στην Τουρκοκρατία.

Στην περιοχή της Αμφιλοχίας διαδραματίζεται ένα πρωτότυπο λαϊκό δρώμενο με τον τίτλο «Πανάρατος».

Το πολύ παλιό θεατρικό δρώμενο – λαϊκή παντομίμα του Πανάρατου εμπεριέχει στοιχεία και επιρροές από την «Ερωφίλη» του Χορτάτση, που αναφέρεται στην τραγική ιστορία δύο νέων ανθρώπων, που αγαπήθηκαν, αλλά βρήκαν πολλά εμπόδια στην πορεία τους. Τα πρόσωπα που αποτελούν το έργο είναι:

  1. Βασιλιάς: γέρος, ντυμένος με φουστανέλες πολύτιμες, με μπότες και γκέτες.
  2. Πανάρατος: νέος, πιο ομορφοντυμένος.
  3. Βασιλοπούλα: νέα, ντυμένη με στολή Αμαλίας.
  4. Σύμβουλος: μυστικός σύμβουλος του βασιλιά.
  5. Στρατηγός: νέος, φίλος του Πανάρατου.
  6. Τρισκατάρατος: φίλος του βασιλιά, ευνοούμενος της βασιλοπούλας. Είναι ντυμένος με μαύρα και έχει κέρατα.
  1. Χάρος: ντυμένος με φόρεμα μακρύ, κόκκινο, με μπότες και περικεφαλαία ψηλή. Κρατεί σπαθί. Είναι στη μέση του ζωσμένος με κουδούνια.
  2. Καρποφόρος: νέος, με ύφος αιμοβόρο. Δεν χορεύει, μόνο παρακολουθεί σοβαρός.
  3. Υπηρεσία: γριά, ντυμένη σαν υπηρέτρια.
  4. 1ος και 2ος Στρατιώτης: πρόσωπα βουβά.

Ο συγγραφέας του  έργου είναι, ως γνωστόν, ο εκ Ρεθύμνου καταγόμενος Γεώργιος Χορτάτσης,  ο οποίος έγραψε την τραγωδία «Ερωφίλη» του πιθανώς το 1595 έχοντας ιταλικά  πρότυπα.

Ο Πανάρατος είναι μια συντομευμένη διασκευή της τραγωδίας αυτής, π.χ. στην τραγωδία ο πρόλογος του Χάρου έχει 138 στίχους ενώ στον Πανάρατο έχει μόνο 28.

                     Χάρος

«…Αγριη, άγριη, άναλύπητη καί σκοτεινή θωριά μου,

μέ τοΰτ’ το ξίφος, που βαστώ, με τούτα τά γυμνά μου

κόκκαλα, κόκκαλα, αστραπές, πολλές βροντές ομάδι,

τήν γή άναταράττωσα ’ έβγήκα από τον Άδη.

[ Συγχρόνως τινάζει τα κουδούνια, που έχει κρεμασμένα και τροχάει τα μαχαίρια του ]

Χωρίς νά μέ καλέσουνε συχνά εις γάμους μπαίνω.

Παίρνω τούς νιούς απ’ τά μαλλιά, τούς γέρους απ’ τά γένεια,

 καί τά μικρά παιδόπουλλα ’ τή σέλλα άνεβασμένα.

Που εΐν’ ανδρεία του Αλέξανδρου; που εϊν’ ανδρεία Φιλίππου ;

που εϊν’ ανδρεία τον Δαρείου;

“Ολοι από με περάσανε, όλοι από με χαθήκαν.

Σήμερα τό πρωί-πρωί, προτού περάση μέρα,

έχω να θανατώσω τρεις,

τον βασιλιά, Πανάρατο κι αυτή τή θυγατέρα.

[ Σηκώνει τα μαχαίρια του και δείχνει πώς θα τους σφάξει ]

Χαρές έλπίζ’ βασιλιάς καί γάμους λογαριάζει,

δεν βλέπει και τον Χάροντα που τόνε πλησιάζει…»

Πως όμως έφτασε ο «Πανάρατος» στην Αμφιλοχία από την Κρήτη;

Μετά την άλωση της  Κρήτης, το 1669, οι Κρήτες πρόσφυγες, ζήτησαν φιλοξενία στη δυτική Ελλάδα και μάλιστα στις ενετοκρατούμενες νήσους τού Ιονίου. Έτσι μετέφεραν, είτε με χειρόγραφα είτε με την προφορική παράδοση, τα σημαντικότερα έργα της κρητικής παραγωγής, τα οποία τοιουτοτρόπως μεταφέρθηκαν στη νέα πατρίδα. Από αυτά τα κρητικά έργα προήλθαν ενίοτε και λαϊκές τοπικές διασκευές, οι οποίες απετέλεσαν αγαπητά στις λαϊκές τάξεις θεατρικά θεάματα, μεταδιδόμενα από γενιά σε γενιά.

Η παράσταση παίζεται από γειτονιά σε γειτονιά. Οι υποκριτές είναι μόνο άντρες στην αρχή και δεν είναι βεβαίως επαγγελματίες, αλλά ερασιτέχνες, που ασκούσαν ποικίλα επαγγέλματα (τσαγκάρηδες, κουρείς, κτλ). Τα πρόσωπα του Χάρου και της Υπηρέτριας δύσκολα έβρισκαν υποκριτές, μεν για το άχαρο του μέρους, δε διότι επικρατεί αντίληψη ότι όποιος υποδύονταν τον Χάρο, εντός του έτους κάποιο μέλος της οικογένειάς του θα πέθαινε.

Προς κάλυψη των εξόδων μετά το πέρας της παράστασης, Βασιλοπούλα και Υπηρέτρια «βγάζουν δίσκο».

Στην πορεία της τραγωδίας βλέπουμε πως οι δυο νέοι κρύβουν πολύ καλά τον έρωτά τους από τον βασιλιά, όμως αυτός ανακαλύπτει την αλήθεια και μάταια όλοι προσπαθούν τον πείσουν να τους συγχωρέσει. Αντ’ αυτού ο βασιλιάς σκοτώνει τον Πανάρατο και δείχνει το κορμί του στην Ερωφίλη η οποία στην συνέχεια αυτοκτονεί.

Αυτά στην τραγωδία του Χορτάτση. Στην λαϊκή όμως εκδοχή του Πανάρατου το τέλος διαφέρει καθώς οι δυο νέοι ανασταίνονται με εντολή του Χάρου.

                         Χάρος

«… Εύθυς βγήκα απ’ τον “Αδη με τάς ψυχάς ’ τά χέρια μου.

 Ολοι νά σηκωθουνε απάνω οι νεκροί !»

[ Τα όργανα χτυπούν και οι ηθοποιοί χορεύουν. Η βασιλοπούλα με την υπηρεσία βγάζουν δίσκο στα μαγαζιά. Τα όργανα παίζουν ώσπου να γυρίσουν αυτές. Υστέρα πάνε σε άλλη γειτονιά. ]

Γι’ αυτό άλλωστε θεωρήθηκε κατάλληλο ως αποκριάτικο δρώμενο το οποίο αναβιώνει μέχρι τις μέρες μας έχοντας πια και γυναίκες ηθοποιούς.

Οι θεατές του Πανάρατου θλίβονται από την προσωρινή νίκη του θανάτου αλλά χαίρονται και αναθαρρούν από την ανάσταση των δύο νέων. Μέσα από την συμβολικό χαρακτήρα του έργου ευφραίνονται γιατί ο χειμώνας τελειώνει και έρχεται η άνοιξη. Η ζωή εντέλει νίκησε το θάνατο!

Πηγέςhandle agriniopress.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here