Ρωτάει ο Δημήτρης Μπουζάρας

Σήμερα στους Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών φιλοξενούμε τη συγγραφέα Έλενα Γλωσσιώτη. Την ευχαριστούμε πολύ για το χρόνο που μας αφιέρωσε.

Συνέντευξη

Οι τέχνες τρέφονται από τη ζωή, η συγγραφή το ίδιο; Ποια είναι η «δουλειά» της συγγραφής, ποια της λογοτεχνίας; Γιατί κατά τη γνώμη σας η λογοτεχνία μας αλλάζει τη ζωή;

Ε.Γ. Οι τέχνες τρέφονται από τη ζωή αλλά και η ζωή μας τρέφεται, καλλιεργείται και εξυψώνεται από τις τέχνες. Αυτό κάνει και η λογοτεχνία. Μεταπλάθει την πραγματικότητα και μας την παραδίδει με μια άλλη οπτική, προσπαθώντας να συγχωνεύσει το φανταστικό με το πραγματικό. Κι αυτό είναι το πρώτο βήμα, η συνειδητοποίηση όσων ζούμε. Μετά ακολουθεί η επεξεργασία όσων συνειδητοποιούμε, σε συνδυασμό με τις προσωπικές εμπειρίες του καθενός μας. Η λογοτεχνία ως κεντρί ερεθίζει την ψυχή μας και μπορεί να διαμορφώσει στάση ζωής και τρόπο σκέψης. Είναι ικανή να δώσει την ώθηση και την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής.

Γιατί επιλέξατε να γράφετε για παιδιά; Γιατί παραμύθι; Τι είναι αυτό που θα μπορούσε να σας περιορίσει γράφοντας για παιδιά;

Ε.Γ. Γιατί είναι αυτά που αν τα ευαισθητοποιήσουμε και τα τροφοδοτήσουμε με αξίες, ίσως βελτιώσουν τον κόσμο που ζούμε. Τα παιδιά έχουν τα μάτια, τ’ αυτιά και την ψυχή τους ορθάνοιχτα στη ζωή. Βλέπουν τη ζωή όχι τόσο περίπλοκα όπως εμείς αλλά απλή, στην πραγματική της διάσταση. Έτσι είναι και τα παραμύθια, με τρόπο μαγικό και απλό πλησιάζουν την αλήθεια και τη χαρίζουν στα παιδιά χωρίς ενοχές και διδακτισμό. Γι’ αυτό και τα παραμύθια μπορούν να μιλήσουν ακόμα και για τα πιο δύσκολα πράγματα χωρίς περιορισμό. Ο μόνος περιορισμός είναι να υπάρχει ειλικρινής και άδολη πρόθεση προς τα παιδιά.

Από πού τροφοδοτήστε με έμπνευση; Πώς ξεκινάτε μια ιστορία; Σας πηγαίνει ο χαρακτήρας ή θέτετε τα όρια εσείς εξ αρχής; Μετά το πέρας του βιβλίου και όταν αυτό φεύγει ανεπιστρεπτί από τα χέρια σας, η ιδέα πως ίσως θα μπορούσε να γραφτεί καλύτερα σας έχει καταδιώξει ποτέ;

Ε.Γ. Οι εμπνεύσεις δεν είναι τίποτα άλλο από συναισθήματα σφραγισμένα στην ψυχή μας. Αν δεν έχεις νιώσει αγάπη, πόνο, φόβο, περιέργεια και άλλα συναισθήματα, δε μπορείς να μετουσιώσεις τίποτα σε λόγο. Τώρα το πώς μεταπλάθονται τα συναισθήματα σε λέξεις είναι μια διαδικασία τυχαία κι αυθόρμητη, επηρεασμένη από καθημερινά πράγματα. Μια εικόνα, ένας ήχος, μια είδηση γραμμένη στο περιθώριο μιας εφημερίδας είναι ικανά να δημιουργήσουν μέσα μου άλλες εικόνες και να πλάσω τις ιστορίες μου. Όταν αρχίζω να γράφω έχω στο μυαλό μου αυτή την πρώτη έμπνευση, το πλάνο της ιστορίας. Όμως οι φανταστικοί μου ήρωες αλλάζουν και εξελίσσονται μαζί με την ιστορία. Κάποιες φορές με παρασέρνουν τόσο πολύ που δε ξέρω το τέλος που θα ακολουθήσει.

Όταν ολοκληρωθεί η ιστορία και έχει φύγει από τα χέρια μου, ο ήρωας δε μπορεί ν’ αλλάξει και ίσως για μια στιγμή να σκεφτώ πώς θα ήταν άραγε αν του πρόσθετα κάτι ακόμα. Αλλά αποδιώχνω γρήγορα τη σκέψη γιατί πια δε μου ανήκει. Ανήκει στους αναγνώστες που αυτοί μπορούν πια να τον κρίνουν.

Το βιβλίο σας «Τα παιδιά του κόσμου βάφουν το μαύρο» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, είναι μια συλλογή που περιλαμβάνει τέσσερα παραμύθια. Σε κάθε ένα από αυτά, ο  ήρωας είναι ένα παιδί από διαφορετικό μέρος του κόσμου. Ένα παιδί που βάφει με το δικό του χρώμα το μαύρο που το περιβάλλει στον κόσμο του. Έχουμε λοιπόν τα  βασικά χρώματα (μπλε, κόκκινο, κίτρινο), που βρίσκονται στη φύση, τα πρωτογενή. Ποιο το νόημα του συμβολισμού αυτού; Τι αντιπροσωπεύουν τα χρώματα που επιλέξατε; Tο μαύρο προφανώς αντιπροσωπεύει το τίποτα καθώς απορροφά όλο το φως του χρωματικού φάσματος. Πόσο εύκολα θεωρείτε πως μπορεί να νικηθεί το μαύρο από τα παιδιά; Γιατί επιμένουμε να βάζουμε συνεχώς τα παιδιά εμπρός να βάψουν το δικό μας μαύρο; Γιατί περιμένουμε πάντα την τελευταία στιγμή, τότε που κτυπά το καμπανάκι, τότε που το μαύρο φτάνει να καλύψει τα πάντα, για να ζυγιάσουμε τις δικές μας πράξεις, αξίες, θέλω, πιστεύω, το πόση ανθρωπιά μας έχει απομείνει;

Έλενα ΓλωσσιώτηΕ.Γ. Ο αρχικός τίτλος που είχα δώσει στο βιβλίο μου ήταν «Παραμυθοχρώματα βάφουν το μαύρο». Κάθε ιστορία κι ένα χρώμα από τα βασικά. Κι όπως τα χρώματα όταν αναμειχθούν σχηματίζουν όλα τα υπόλοιπα χρώματα, έτσι και στις ιστορίες μου αντανακλούν βασικές αλήθειες της ζωής που, αν συνδυαστούν, μπορούν να ξεπηδήσουν ένα πλήθος αξιών και συναισθημάτων. Ο ζωγράφος όμως που θα αναμίξει τα χρώματα είναι ο καθένας από εμάς. Και φυσικά, εκτός από τα χρώματα, υπάρχει το μαύρο που βρίσκεται δίπλα μας ως σκληρή πραγματικότητα και έχει μερικές φορές την ικανότητα να σκεπάζει όλα τα χρώματα.

Τα παιδιά μας βιώνουν το μαύρο μαζί με μας. Δεν είναι όντα ξεχωριστά, δε ζουν σε ένα γυάλινο πανέμορφο κόσμο. Τον ζουν, τον ακούν, τον βλέπουν μπροστά τους κάθε στιγμή κι εμείς πορευόμαστε μαζί με τα παιδιά μας. Εμείς ως ενήλικες ας παραδειγματιστούμε από την άδολη παιδική ματιά και ας μην περιμένουμε την τελευταία στιγμή για να αποδείξουμε πόσο άνθρωποι είμαστε. Γι’ αυτό «Τα παιδιά του κόσμου βάφουν το μαύρο» δεν είναι ένα βιβλίο που απευθύνεται μόνο στα παιδιά, απευθύνεται στον καθένα από μας που δεν κρύβεται πίσω από την αβουλία ή την αδυναμία του αλλά χρωματίζει με τον τρόπο του το μαύρο.

Η ανιδιοτελής αγάπη, η συντροφικότητα, η αλληλεγγύη, η ενσυναίσθηση, η θυσία, είναι μερικές από τις αξίες που προβάλλονται μέσα από το βιβλίο «Τα παιδιά του κόσμου βάφουν το μαύρο». Πρέπει να μεγαλώνουμε παιδιά με ευαισθησίες, με αξίες; Ή πρέπει να μεγαλώνουμε σκληρά παιδιά μιας και ο κόσμος που οικοδομήσαμε γι αυτά είναι πολύ σκληρός για ευαίσθητους ανθρώπους;

Ε.Γ. Νομίζω πως η κοινωνία μας αναζητά πια άλλους δρόμους για να μπορέσει να λειτουργήσει. Η έλλειψη αξιών είναι κάτι που τραυματίζει τον σύγχρονο άνθρωπο, που μέσα σ’ αυτό τον κυκεώνα αλλαγών και αδιεξόδων ψάχνει κάτι για να μπορέσει να σταθεί στα πόδια του. Τη σκληρότητα οι άνθρωποι την έχουν βιώσει χιλιάδες χρόνια τώρα και αυτό που απομένει κάθε φορά είναι μόνο θλίψη και πόνος. Θέλουμε τα παιδιά μας να ζήσουν έτσι; Μπορούμε να κλείνουμε τα μάτια των παιδιών μας σε ό,τι συμβαίνει γύρω τους και να τους δημιουργούμε μια ψεύτικη πραγματικότητα; Μπορεί η αναλγησία, ο εγωκεντρισμός και το κυνήγι του πλουτισμού να κάνουν ευτυχισμένα τα παιδιά μας; Έχουμε χρέος λοιπόν να μεγαλώνουμε τα παιδιά μας με αξίες και τα παιδιά μας τις έχουν ανάγκη. Ο σκληρός κόσμος θα τα καταβροχθίσει αν δεν έχουν εφόδια για να τον πολεμήσουν. Δεν είναι τυχαία αυτή η ραγδαία αύξηση των ψυχικών ασθενειών της εποχής μας. Άρα λέμε ναι στην αγάπη, στην ενσυναίσθηση, στην αλληλεγγύη, γιατί είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσουν τα παιδιά μας να πλάσουν έναν κόσμο λίγο καλύτερο.

Στο πρώτο παραμύθι της συλλογής «Το γαλάζιο όνειρο», η μητέρα του ήρωα εύχεται ο γιος της να γίνει «σπουδαίος, ελεύθερος άντρας». Πόσο ελεύθεροι είμαστε; Τι σημαίνει για εσάς ελευθερία; Θα μπορούμε κάποια στιγμή να ζήσουμε τελείως ελεύθεροι, είμαστε ικανοί για κάτι τέτοιο, έχουμε τη δύναμη; Ή μήπως είναι εντελώς ουτοπικό;

Ε.Γ. Η ελευθερία είναι μια πολύπλοκη και πολλές φορές διαστρεβλωμένη έννοια. Υπάρχουν αμέτρητα ερωτήματα όπως που τελειώνει η δική σου ελευθερία και που αρχίζει η ελευθερία του διπλανού σου. Ποιος αποφασίζει για το βαθμό ελευθερίας του καθενός μας; Η κοινωνία που πολλές φορές νοσεί; Ή η ανθρώπινη μονάδα μεμονωμένα με όλες τις προκαταλήψεις και τις συμβάσεις που έχει γαλουχηθεί; Στο όνομα της ελευθερίας γίνονται καθημερινά εγκλήματα και καταπάτηση δικαιωμάτων. Είναι τόσο ασαφή και λεπτά τα όρια της ελευθερίας που εύκολα παραβιάζονται. Μα σίγουρα υπάρχουν κάποια πράγματα πιο ξεκάθαρα και το σημαντικότερο κομμάτι για την συνειδητοποίηση της έννοιας της ελευθερίας είναι να καλλιεργήσεις τη ψυχή σου, να συναισθανθείς το διπλανό σου και να βάλεις όρια στον εαυτό σου. Αλλιώς μόνο ως αγρίμι μπορείς να ζήσεις την απόλυτη ελευθερία.

Στο δεύτερο παραμύθι «Ο κόκκινος Δράκος», βλέπουμε την ηρωίδα, Ξιάρα, να δουλεύει για να σπουδάσει, να ανταλλάσσει εργασία για να πάρει ένα δώρο στον αγαπημένο της πατέρα. Πιστεύετε ότι προετοιμάζουμε τα δικά μας παιδιά ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν σε παρόμοιες καταστάσεις; Θα έπρεπε; Μεγαλώνουμε «καλομαθημένα» ή «κακομαθημένα» παιδιά;

Ε.Γ. Ο κόπος, ο μόχθος, η προσπάθεια, είναι έννοιες που έχουμε αφαιρέσει τα τελευταία χρόνια από τα παιδιά μας. Δίνουμε στα παιδιά την ψευδαίσθηση πως μπορούν να αποκτήσουν τα πάντα χωρίς κόπο. Δημιουργούμε παιδιά κηφήνες που ζουν με μια υπέρμετρη παροχή αγαθών, τις περισσότερες φορές στερώντας τις δικές μας επιθυμίες, χωρίς να καταλαβαίνουν πως για όσα τους παρέχονται κάποιος έχει εργαστεί. Μα ο δρόμος στη ζωή δεν είναι φτιαγμένος από ροδοπέταλα και δυστυχώς κάνουμε τα παιδιά ανάπηρα συναισθηματικά και κοινωνικά, ανίκανα να μοιραστούν, να συμπονέσουν, να αγαπήσουν. Γιατί ακόμα και η αγάπη θέλει κόπο.

Στο τρίτο παραμύθι «Το χρυσάφι του ήλιου» διακρίνουμε τη ματαιοδοξία των κατοίκων της χρυσής πολιτείας. Συχνά παρασυρόμαστε όλοι από αυτή. Ένα τρανταχτό είναι και η κατάσταση πολλών συνανθρώπων μας σήμερα και η θέση στην οποία έχουν περιέλθει ψάχνοντας απεγνωσμένα την ευτυχία στην ύλη. Πού βρίσκεται τελικά η ευτυχία; Γιατί δεν μπορούμε να τη βρούμε; Γιατί επιμένουμε να την αναζητούμε εκεί που δεν υπάρχει; Τι σημαίνει ευτυχία για εσάς; Είστε ευτυχισμένη; Τι σας κάνει ευτυχισμένη;

Ε.Γ. Πράγματι αυτό που θέλω να τονίσω σ’ αυτή την ιστορία είναι η ματαιοδοξία των ανθρώπων και ο ψευδής συσχετισμός ευτυχίας και υλικών αγαθών. Είναι ένα φαινόμενο της εποχής που το προωθούν ιδιαίτερα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Κατακλυζόμαστε από διαφημίσεις, από εκπομπές που παρουσιάζουν τον πλούτο ως το μέγιστο αγαθό και όλοι μας λίγο ή πολύ παρασυρόμαστε από αυτή τη φρενίτιδα πλούτου. Μα είμαστε ευτυχισμένοι; Ένα παιδί που έχει αμέτρητα παιχνίδια είναι περισσότερο χαρούμενο από ένα παιδί που τρέχει, χοροπηδά και γελά μαζί με τους φίλους του ή ακόμα και τους γονείς του; Μήπως τελικά η ευτυχία δεν είναι τίποτα άλλο από απλές καθημερινές στιγμές γεμάτες από συναισθήματα; Νιώθω πλήρης, χαρούμενη όταν βρίσκομαι δίπλα σε ανθρώπους και μοιράζομαι μαζί τους από ένα πιάτο φαγητό, μια βόλτα δίπλα στη θάλασσα, ένα χαμόγελο… Δεν μπορώ να είμαι συνέχεια χαρούμενη γιατί υπάρχουν πολλά πράγματα που με θλίβουν, ούτε να πλέω σε πελάγη αιώνιας ευτυχίας όμως ναι, χαίρομαι πολλές μικρές ευτυχισμένες στιγμές.

Στο τελευταίο παραμύθι με τίτλο «Ο μαύρος Πάνθηρας», έχετε δυο ήρωες: ένα μαύρο πάνθηρα που συμβολίζει την αγριότητα, την επιθετικότητα, τη βία, τη δύναμη, και ένα παιδί μικροσκοπικό, σκελετωμένο και ανήμπορο. Αυτό λοιπόν το μεγαλοπρεπές ζώο «υποκλίνεται» βλέποντας την αγριότητα του ανθρώπου και την αυτοκαταστροφική μανία του στα μάτια του μικρού παιδιού. Μετατρέπεται σε ένα γλυκό ζώο γεμάτο συμπόνια και προστατεύει το αγόρι. Είμαστε τελικά το αγριότερο ζώο σε αυτό τον πλανήτη; Πώς μεταμορφωνόμαστε τόσο εύκολα σε κάτι τέτοιο ξεκινώντας και εμείς από μικρά παιδιά όπως ο ήρωάς σας; Τι είναι αυτό που βγάζει το τέρας μέσα μας, ειδικά σε δύσκολες περιόδους, π.χ. μιας πολεμικής αναμέτρησης; Θα μπορούσαμε ποτέ να το αλλάξουμε αυτό, να τιθασέψουμε τη φύση μας;  

Ε.Γ. Ναι, δυστυχώς είμαστε το αγριότερο ζώο του πλανήτη. Αυτή η διαπίστωση με θλίβει. Ένα ζώο ποτέ δε θα βασανίσει ένα άλλο ζώο, δε θα εξοντώσει δεκάδες χιλιάδες από το είδος του και όχι μόνο για να εξουσιάσει. Κι αν αυτό φαντάζει μακρινό για τον καθένα μας, δυστυχώς εύκολα μπορεί κανείς να γίνει ο σαρκοβόρος πάνθηρας μόλις φτάσει σε μια ακραία κατάσταση όπως ο πόλεμος. Φταίει η έλλειψη παιδείας ή ενσυναίσθησης; Φταίει το γονιδιακό μας κληρονόμημα που έχει μεταβιβαστεί από γενιά σε γενιά; Ευθύνεται η αναρχία μιας ακραίας κατάστασης; Δε ξέρω να πω με σιγουριά μα υπάρχει κάτι που με παρηγορεί. Είναι το μεγαλείο της ψυχής που ξεδιπλώνεται κάποιες φορές από ορισμένους ανθρώπους και εξυψώνει για λίγο το ανθρώπινο είδος. Αυτό αντιπροσωπεύει «ο μαύρος πάνθηρας», το χρέος της ανθρώπινης φύσης μας απέναντι στην αγριότητα που εμείς οι ίδιοι φτιάξαμε.

Πόσο εύκολο είναι να μιλήσουμε στα παιδιά για τόσο σοβαρά θέματα όπως ο πόλεμος, η βία; Πρέπει κατά τη γνώμη σας τα παιδιά να γνωρίζουν την αλήθεια, πώς έχουν τα πράγματα; Πόσο εύκολο είναι για το συγγραφέα να μιλήσει για αυτά τα θέματα σε ένα παιδί χωρίς τον κίνδυνο αυτό να χάσει τα χαρακτηριστικά της παιδικότητάς του, με αποτέλεσμα να εισέλθει «βίαια» στην ενηλικίωση και χωρίς όλα εκείνα τα «δημιουργικά εργαλεία» που του χρειάζονται σε όλη του τη ζωή, ώστε να τη διάγει φυσιολογικά; Είναι το παραμύθι ένα μέσο για αυτό;

Ε.Γ. Μα είναι αδύνατο να  αποφύγουμε να μιλήσουμε για τα σοβαρά θέματα. Η βία και ο πόλεμος βρίσκονται στις οθόνες της τηλεόρασης και του υπολογιστή καθημερινά, κρύβονται σε κονσόλες παιχνιδιών, γλιστράνε σα ψίθυρος από το γείτονα ή το συγγενή που αναπαράγει τις βίαιες ειδήσεις, με λίγα λόγια είναι δίπλα μας. Και μάλιστα με ένα τρόπο ύπουλο και ψεύτικο. Δε γίνεται να παρακολουθείς μια ταινία με πολεμιστές ή γκάνγκστερς με δεκάδες νεκρούς και να αφήνεις στο παιδί την ψευδαίσθηση πως η ζωή δεν έχει την ίδια αξία για όλους τους ανθρώπους. Πρέπει να μιλάμε στα παιδιά μας με σεβασμό στην ανθρώπινη ύπαρξη αλλά και σε κάθε μορφή ζωής και αυτό οφείλει να κάνει κι ο συγγραφέας. Με τα παραμύθια ή με τις ιστορίες μπορεί να το κάνει πιο εύκολα χωρίς να τραυματίσει την παιδικότητά του.

Αν θεωρήσουμε ως παραδοχή πως τα παιδιά είναι η αρχή του καλού, σαν παιδιά όλοι υπήρξαμε αρχή του καλού, τι συμβαίνει στο ενδιάμεσο; Πού κόβεται η αλυσίδα με όσα πιστεύαμε και ονειρευόμασταν για τον κόσμο μας σαν παιδιά; Γιατί απομακρυνόμαστε από τις πανανθρώπινες αξίες που εκφράζουν τα παιδιά και όσο μεγαλώνουμε γινόμαστε όλο και πιο ατομιστές;

Ε.Γ. Τα παιδιά ξεκινούν τη ζωή τους ως άγραφα χαρτιά, μα μέρα με τη μέρα κατακλύζονται από δεκάδες ερεθίσματα που στρεβλώνουν την καθαρή ψυχή τους. Είναι μια διαδικασία αργή και χρονοβόρα μέχρι το παιδί να ενηλικιωθεί και να κλειστεί στον ατομισμό του. Ο ατομισμός είναι μια συνέπεια της μοναξιάς, της αποξένωσης, της ματαιοδοξίας που προβάλλει κατά κόρον η σύγχρονη κοινωνία. Όμως δε διαβρώνεται πάντα ο χαρακτήρας των παιδιών. Κάποια δε χάνουν ποτέ την καλοπροαίρετη διάθεσή τους κι εμείς οφείλουμε να την ενισχύουμε. Συνεχίζουν να ονειρεύονται και να προσπαθούν να βελτιώσουν το περιβάλλον τους. Άρα η αλυσίδα αυτή δεν κόβεται πάντα, αλλά κάποιοι άνθρωποι ενισχύουν μέσα τους αυτή την πρώτη ύλη και αγαπούν να προσφέρουν γύρω τους.

Έλενα Γλωσσιώτη

Λένε πως ο απαισιόδοξος είναι ένας ενημερωμένος αισιόδοξος και ο ανενημέρωτος αισιόδοξος είναι απλώς ανόητος. Υφίσταται κατά τη γνώμη σας ενημερωμένος και αισιόδοξος; Εσείς ως χαρακτήρας είστε γενικά αισιόδοξη; Πρέπει να είμαστε; Φτάνει μόνο αυτό;

Ε.Γ. Η ενημέρωση αλλά κυρίως η συνειδητοποίηση της πραγματικότητας σχηματίζει εύκολα απαισιόδοξες σκέψεις. Πως να είσαι αισιόδοξος όταν στην Υεμένη αυτή τη στιγμή λιμοκτονούν χιλιάδες παιδιά, όταν στην Ταϊλάνδη τα παιδιά είναι είδος σεξουαλικής εκμετάλλευσης ή στο Μπαγκλαντές εργάζονται κάποια ως σύγχρονοι σκλάβοι; Όμως όπως είπα και παραπάνω υπάρχουν άνθρωποι που δε χάνουν την ανθρωπιά τους και παλεύουν για να εξαλείψουν τη πείνα, τη βία, την αδικία. Αυτό με κάνει να αισιοδοξώ, καθώς και το γεγονός πως όλο και πιο πολλοί δε στέκονται αμέτοχοι σε κάθε λογής αδικία. Ναι, αισιοδοξώ πως αργά αργά και σε βάθος πολλών χρόνων θα βελτιώσουμε την κοινωνία μας. Αρκεί ο καθένας μας να βάζει ένα μικρό, τόσο δα λιθαράκι.

Ο Εντουάρ Λουί έχει γράψει: «Η λογοτεχνία δεν διαβάζεται πάντα από τους ανθρώπους που θέλεις. Σκεφτόμουν ότι γράφω για να υπερασπιστώ κάποιον σαν τη μητέρα μου, να πολεμήσω γι’ αυτήν, αλλά η μητέρα μου ποτέ δεν θα διαβάσει το βιβλίο, γιατί δεν πήγε στο σχολείο, δεν σπούδασε, δεν είχε την ευκαιρία να μάθει να διαβάζει, γιατί δεν είχε χρόνο. Έπρεπε να αγωνιστεί για να επιβιώσει. Δούλευε από μικρή, μετά έκανε οικογένεια. Ήταν πάντα κουρασμένη. Ξεχνάμε ότι το διάβασμα απαιτεί ειδική εξάσκηση, θέλει εκπαίδευση και χρόνο, και ο χρόνος δεν είναι προσόν της εργατικής τάξης». Είναι τελικά προσόν μόνο για τους έχοντες και κατέχοντες η πραγματική και ουσιαστική εκπαίδευση, η γνώση; Γιατί  κατά τη γνώμη σας μετά από χιλιάδες χρόνια πολιτισμού υπάρχουν ανάμεσά μας αναλφάβητοι; Η δημόσια εκπαίδευση, θεωρείτε, βρίσκεται σε καλό επίπεδο ή φθίνει στο βωμό της κρίσης; Καλύπτει τα κενά; Έχουν όλα τα παιδιά ίσες ευκαιρίες στην εκπαίδευση; Είναι τόσο δύσκολο να καταφέρουμε τουλάχιστον αυτό;

Ε.Γ. Δυστυχώς σε κοινωνίες που υπάρχει έλλειψη βασικών αγαθών δεν υπάρχει περιθώριο για εκπαίδευση. Η γνώση παρέχεται κατά βάση στους έχοντες. Σε σύγκριση βέβαια με το παρελθόν, το παρόν είναι καλύτερο. Υπάρχει μια διάθεση όταν κανείς καταφέρνει να καλύψει τα αναγκαία, να προσφέρει στα παιδιά του τη γνώση που είχε ο ίδιος στερηθεί. Γι’ αυτό και οι αναλφάβητοι όλο και περισσότερο φθίνουν. Βέβαια άλλο γνώση και εκπαίδευση και άλλο παιδεία. Στην Ελλάδα λοιπόν αυτό είναι το βασικό πρόβλημα της δημόσιας εκπαίδευσης, πως παρέχεται γνώση αλλά όχι παιδεία. Δεν αρκεί ένα παιδί να μαθαίνει γλώσσα ή μαθηματικά, αλλά πρέπει να διευρύνονται οι ορίζοντές του με την επαφή του μέσα από τις τέχνες, το διάλογο και τη δημιουργικότητα. Δυστυχώς το θέμα παιδείας επαφίεται στην καλή θέληση του εκάστοτε εκπαιδευτικού, χωρίς να έχει τη μέριμνα από το κράτος και τους πόρους που του αναλογούν. Θα πρέπει να αλλάξει η νοοτροπία πάνω στα θέματα παιδείας και να αγκαλιάσει το κράτος νέες μεθόδους εκπαίδευσης. Όταν υπάρχει και η ιδιωτική παιδεία που προσφέρεται για τους λίγους κατέχοντες, μπορούμε να πούμε πως οι ευκαιρίες δεν είναι ακριβώς για όλους ίδιες. Θεωρητικά υπάρχουν ευκαιρίες για όλα τα παιδιά αλλά η πραγματικότητα είναι άλλη.

Τα βιβλία σας έλαβαν σημαντικές διακρίσεις. Το 2014 βραβεύτηκε από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά το παραμύθι σας “Ο βοσκός της θάλασσας και η Αφρομαλλούσα”. Το πρώτο παιδικό-νεανικό σας βιβλίο “Ο Φύλλος”, σε εικονογράφηση της Μυρτώς Δεληβοριά, έχει βραβευτεί από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου και βρέθηκε στη λίστα των White Ravens 2016. Η συλλογή παραμυθιών σας “Τα παιδιά του κόσμου βάφουν το μαύρο” βραβεύτηκε από τον Κυπριακό Σύνδεσμο Παιδικού Νεανικού Βιβλίου. Τι σημαίνουν για εσάς αυτές οι διακρίσεις; Τι θα σήμαινε επίσης αν οι διακρίσεις δεν έρχονταν ποτέ, θα συνεχίζατε; Λίγο ή πολύ περνά από το μυαλό του κάθε συγγραφέα μια διάκριση;

Ε.Γ. Δεν κρύβω πως κολακεύομαι με κάθε διάκριση ή βραβείο. Μάλλον είναι αυτό το αίσθημα αναγνώρισης που από παιδιά μας έχουν εμφυτεύσει. Θα έλεγα ψέματα αν έλεγα πως με αφήνουν αδιάφορη οι διακρίσεις, αλλά κι αν δεν υπήρχαν δε θα επηρέαζε την ανάγκη μου για συγγραφή. Μου αρέσει να γλιστρώ στους φανταστικούς κόσμους που δημιουργώ και αυτό δεν το αλλάζω με τίποτα. Εξάλλου η χαρά και η ικανοποίησή μου προέρχονται κυρίως από τους αναγνώστες. Έχω συγκινηθεί πολλές φορές από τα λόγια τους και λατρεύω το βλέμμα των παιδιών όταν κάθονται και ακούν με ορθάνοιχτα τ’ αυτιά κάποιο παραμύθι μου. Αυτό το βλέμμα είναι από μόνο του λόγος για να συνεχίσω να γράφω, μαζί με την εσωτερική φωνή που με ωθεί να μη σταματώ.

Ο «Φύλλος» είναι μια ιστορία φαντασίας, μέσα από αυτή μιλάτε για τον χαμένο παράδεισο όλων μας, τον παράδεισο που όλοι ανήκουμε, από εκεί πρέπει να ξεκινάμε και εκεί τελειώνουμε. Πιστεύετε ότι έχουμε απομακρυνθεί τόσο πολύ από αυτόν δεδομένου ότι όλοι τον ψάχνουμε, τον ονειρευόμαστε, τον ποθούμε, μα πολλοί λίγοι από εμάς έχουν τη δύναμη να κάνουν αυτή τη στροφή προς τα εκεί; Υπάρχει γυρισμός ή έχουμε πλέον μεταμορφωθεί σε ένα άλλο είδος homo;

Ε.Γ. Η αλήθεια είναι πως ο «Φύλλος» διακατέχεται από ένα αίσθημα νοσταλγίας για μια ζωή που πολύ φοβάμαι πως έχει χαθεί ανεπιστρεπτί. Όμως δεν έχουμε πάψει να την ονειρευόμαστε και να την ποθούμε, αλλά πάντα με ένα αίσθημα ασφάλειας. Οι άνθρωποι πια φοβούνται να ρισκάρουν, να βγουν από τη ζεστή γωνιά του καναπέ τους και να βρεθούν στην ανασφάλεια και στη σκληρότητα της φύσης. Η φύση δεν είναι μόνο όμορφα λουλούδια, πράσινα δέντρα και ηλιοβασιλέματα, αλλά ένας αδιάκοπος αγώνας για επιβίωση. Και όταν η πόλη σου δίνει μια ύπουλη ξεκούραση και ασφάλεια, μια πληθώρα από δήθεν αναγκαία αγαθά, εύκολα αποχωρίζεται κανείς τα ειδυλλιακά τοπία της φύσης. Ο κόσμος γι’ αυτό συσσωρεύεται στην πόλη και έχει μεταλλαχτεί σε ένα άλλο είδος ανθρώπου κι ο δήθεν καινούριος παράδεισος που κυνηγά αποδεικνύεται ένα ξέφρενο κυνηγητό χρημάτων και χρόνου. Κάποιοι άνθρωποι το αντιλαμβάνονται και επιστρέφουν στον αρχέγονο κόσμο της φύσης, μα για τους περισσότερους δεν υπάρχει γυρισμός αν δεν αλλάξουν την οπτική τους.

Πόσες ομοιότητες με τους «κυνηγάρπαγες» έχει ο σύγχρονος άνθρωπος; Υπάρχουν σύγχρονοι «δεντράνθρωποι»; Είναι αρκετοί ώστε να φέρουν την αλλαγή; Μπορεί άραγε ο άνθρωπος να νικήσει τη διττή του φύση, να καταλάβει πως είναι στο ένα μέρος και αυτός ζώο; Θεωρείτε πως έχουμε αποκτήσει οικολογική συνείδηση ως λαός ή μήπως είμαστε ακόμη πολύ μακριά;

Ε.Γ. Οι «Κυνηγάρπαγες» είναι οι άνθρωποι της εξουσίας, είναι αυτοί που δε διστάζουν να καταστρέψουν, να λεηλατήσουν και να κατευθύνουν τις μάζες ώστε να συσσωρεύσουν περισσότερο πλούτο ή φήμη. Στα βάθη των χρόνων πάντα βλέπαμε  Κυνηγάρπαγες. Δεν ήταν άραγε Κυνηγάρπαγες αυτοί που προκάλεσαν την γενοκτονία των Ινδιάνων, αυτοί που πουλούσαν ως σκλάβους τους μαύρους στην Αφρική, αυτοί που κατέστρεψαν τα απέραντα δάση της Ευρώπης; Κι ο σύγχρονος άνθρωπος τι κάνει; Στο βωμό της καλοπέρασής του, δίνει το χέρι στους κάθε λογής «Κυνηγάρπαγες» της εποχής μας να συνεχίσουν το έργο της καταστροφής. Καταστρέφονται τα δάση της Αφρικής για να αγοράσει φθηνά κινέζικα έπιπλα, υπεραλιεύονται οι ωκεανοί για να γεμίσουν οι αγορές με ψάρια που είναι πάνω από τις ανάγκες μας. Θα μπορούσα να μιλώ ατελείωτα για το κυνήγι της κατανάλωσης και τις επιπτώσεις της στη ζωή μας. Ποια είναι η λύση; Μια ριζική αλλαγή στον τρόπο σκέψης μας. Ίσως να μη γίνουμε «Δεντράνθρωποι» όμως μπορούμε να γίνουμε πιο αυτάρκεις σαν άνθρωποι. Η οικολογική λοιπόν συνείδηση είναι καταρχάς αλλαγή στις καταναλωτικές μας συνήθειες. Το θέμα δεν είναι να ανακυκλώνουμε ένα μπουκάλι αλλά να παράγουμε λιγότερους ρύπους και να έχουμε ανάγκη λιγότερα πράγματα.

Ο «Φύλλος» μιλά επίσης για την ελευθερία, την αλληλεγγύη, την αποδοχή της διαφορετικότητας. Μετά από χιλιάδες χρόνια πολιτισμού, ακόμη μαχόμαστε για αυτές τις αξίες θεωρώντας τους εαυτούς μας πολιτισμένους, θα καταφέρουμε πιστεύετε κάποτε να δημιουργήσουμε έναν κόσμο ελεύθερο που να αποδέχεται το διαφορετικό, έναν κόσμο που να κυριαρχεί η αγάπη, η αλληλεγγύη; Να ζουν όλοι, να χαίρονται τη ζωή σα δώρο, να αποκτούν γνώση, να αγαπιούνται, να βλέπουν τα παιδιά τους γερά, γελαστά, να μεγαλώνουν ευτυχισμένα, ή κάτι τέτοιο είναι αδύνατο να το καταφέρουμε άρα εντελώς ουτοπικό; Αξίζει τελικά ένα τέτοιο κυνήγι αναζήτησης ουτοπίας;

Ε.Γ. Πιστεύω πως αργά αλλά σταθερά ο κόσμος αλλάζει. Πριν μερικούς αιώνες ο κόσμος παρακολουθούσε στις αρένες άλλους ανθρώπους που πέθαιναν και αυτή ήταν η διασκέδασή τους. Μπορεί και σήμερα με ευκολία να παρακολουθούμε σκηνές βίας στην τηλεόραση αλλά δεν είναι ακριβώς το ίδιο. Υπάρχουν πολλοί περισσότεροι άνθρωποι που θα εναντιωθούν στην κάθε μορφής βία, υπάρχουν πολλοί περισσότεροι αυτοί που θα αποδεχτούν το διαφορετικό.

Θεωρείτε ότι οι ιστορίες φαντασίας έλκουν το αναγνωστικό κοινό; Τι είναι αυτό που μας έλκει στο ανερμήνευτο λογικά; Θεωρείτε ότι η λογοτεχνία του φανταστικού έχει τη θέση που της αξίζει;

Ε.Γ. Πάντα το φανταστικό ελκύει και είναι αρεστό γιατί όλοι στο μυαλό μας πλάθουμε φανταστικούς κόσμους. Αγαπάμε το ανερμήνευτο γιατί μεταθέτουμε τις ελπίδες μας και τις φαντασιώσεις μας σε ένα κόσμο που όλα πραγματοποιούνται με ένα τρόπο μαγικό και θα θέλαμε να ήταν αληθινή αυτή η μαγεία και να λύνει αυτόματα τα προβλήματά μας. Η λογοτεχνία λοιπόν του φανταστικού τα τελευταία χρόνια είναι ιδιαίτερα αγαπητή, καθώς έχουμε περισσότερο την ανάγκη να καταφεύγουμε σε κόσμους ονειρικούς.

Είναι εύκολο να αρχίσεις να γράφεις σε μικρότερη ηλικία 20-25 ετών και πιο δύσκολο να ξεκινήσεις στην ηλικία των 45 ετών. Έτσι χάνεται το τεκμήριο της αθωότητας, της «αφέλειας». Σε αυτή την ηλικία συνειδητοποιείς πλέον τι σημαίνει ζωή, τι είναι η λογοτεχνία. Πόσο εύκολη ήταν η απόφασή σας σε αυτή την ηλικία να αρχίσετε να ερμηνεύετε τη ζωή;

Ε.Γ. Η αφέλεια είναι πράγματι χαριτωμένη και πολλές φορές αναπολώ την εποχή της αθωότητας που όλα έμοιαζαν λαμπερά. Μα αν επιστρέψω νοερά στην ηλικία των 20-25 θα δω και τα αδιέξοδα που με κατέκλυζαν. Νομίζω πως στα 45 μου χρόνια, όταν αποφάσισα να γράψω είχα μάθει πώς να διαχειρίζομαι και να μεταπλάθω τα συναισθήματά μου. Εξάλλου η νεότητα ζωγράφισε μέσα μου ανεξίτηλα εικόνες, γεύσεις, λέξεις, αρώματα, αγγίγματα που βρήκαν τη διέξοδό τους τώρα. Η συγγραφή ήταν μια απόφαση να εξωτερικεύσω όσα τόσα χρόνια είχα συσσωρεύσει και η ηλικία ήταν αυτή που μου έκρουσε τον κώδωνα. Σκέφτηκα πως δεν είχα άλλο περιθώριο αν ήθελα πράγματι να πω με λέξεις όσα ήθελα. Κι έτσι ένα όμορφο ανοιξιάτικο πρωινό σε ένα ορεινό τοπίο, αποφάσισα πως θέλω να δοκιμάσω, να προσπαθήσω και να κάνω αυτό που ήθελα πάντα. Να γράφω.

Έλενα Γλωσσιώτη

Στο νέο σας παραμύθι «Η πριγκίπισσα με τις μεγάλες βλεφαρίδες» το οποίο κυκλοφόρησε τον προηγούμενο μήνα από τις εκδόσεις Κόκκινη κλωστή -εξαιρετικό το κείμενό σας, όπως και η εικονογράφηση της Francesca DellOrto – η νεαρή και δύστροπη πριγκίπισσα γίνεται κοινωνός πολλών μηνυμάτων. Αχαριστία, εγωισμός, επιπολαιότητα, έλλειψη ενσυναίσθησης, αλαζονεία, έπαρση. Πώς εμπνευστήκατε τη συγκεκριμένη ιστορία;

Ε.Γ. Σε μια από τις διαφημίσεις για μακριές και όμορφες βλεφαρίδες αναρωτήθηκα γιατί να είναι προσόν ομορφιάς και αξίας για ένα κορίτσι ένα ζευγάρι βλεφαρίδες. Συνειρμικά σκέφτηκα πόσο κακομαθαίνουμε τα παιδιά μας και πόσο πολύ προβάλλονται το ασήμαντο και ρηχό. Θέλησα λοιπόν να γράψω μια ιστορία που να καταδεικνύει τα λάθος πρότυπα και πόσο μοναξιά μπορεί να κρύβουν οι εγωιστικές επιλογές μας. Ακόμα, πως όλα μπορούν να αλλάξουν από λεπτό προς λεπτό και τίποτε δεν είναι δεδομένο, γιατί είναι κάτι που τα παιδιά δε το γνωρίζουν. Έτσι γεννήθηκε η κακομαθημένη πριγκίπισσα με τις μεγάλες βλεφαρίδες.

Σε ένα σημείο ο μάγος απευθυνόμενος στην πριγκίπισσα λέει: «Αν έχετε στα αλήθεια κάποια επιθυμία». Πολλές φορές επιθυμούμε και δηλώνουμε την επιθυμία αυτή για πράγματα τα οποία στην ουσία δεν τα επιθυμούμε ή δεν χρειάζεται να τα επιθυμούμε. Φτάσαμε στο σημείο να τοποθετήσουμε την επιθυμία μπροστά από την ανάγκη. Πόσο εύκολο είναι να μη το διδάξουμε στα παιδιά μας αυτό;

Ε.Γ. Οι επιθυμίες έχουν γίνει ο σύγχρονος εφιάλτης της κοινωνίας μας. Παντού ακούμε ένα θέλω, θέλω, θέλω… Επαναλαμβανόμενες και υπερβολικές επιθυμίες που συνήθως δεν έχουν ξεπηδήσει από μέσα μας αλλά μας έχουν προβληθεί ως καταναλωτές. Επιθυμίες υλικές, επιθυμίες προβολής του εγώ, επιθυμίες χωρίς σημασία. Και μετά δεν έχουμε διάθεση ούτε καν να αγωνιστούμε για τη πραγματοποίησή τους. Απλά προσδοκούμε από τη θεά τύχη ή από ένα μάγο να μας ικανοποιήσει τις επιπόλαιες επιθυμίες μας. Δεν είναι εύκολο να διδάξουμε στα παιδιά μας, που λόγω της ηλικίας τους δε συνειδητοποιούν τι είναι πραγματικά επιθυμητό και τι αναγκαίο, πως πρέπει να χαλιναγωγήσουν τις αμέτρητες επιθυμίες τους. Πως σημασία έχει να μοιράζεσαι και ν’ αγαπάς.

Απομένοντας μόνη, η πριγκίπισσα έψαχνε το μάγο μήπως και της δώσει μια δεύτερη ευκαιρία, μέσα από αυτή την αναζήτηση -πρωτίστως εσωτερική- κέρδισε πολύ περισσότερα από τα πλούτη που είχε στη ζωή της και έγινε κάτι που δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Πιστεύετε στη δεύτερη ευκαιρία; Σπουδάσατε μαιευτική, οι μαίες βοηθούν τα παιδιά να έρθουν στο φως, στη ζωή, επιδιώκετε το ίδιο μέσα από τα παραμύθια σας; Ποιο θεωρείτε δυσκολότερο από τα δύο και ποιο σας ικανοποιεί περισσότερο όταν το καταφέρνετε;

Ε.Γ. Στη ζωή δίνεται δεύτερη και ίσως και τρίτη φορά ευκαιρία. Όμως στο μυαλό μας πρέπει να έχουμε πως δε πρέπει να αφήνουμε τις ευκαιρίες να φεύγουν. Και κυρίως στις σχέσεις μας με τους ανθρώπους. Γιατί να μην μιλήσεις ουσιαστικά με έναν άνθρωπο όταν μπορείς, γιατί να μην αδράξεις την ευκαιρία να αγαπήσεις και να αγκαλιάσεις τον συνάνθρωπό σου που σου δίνει το χέρι; Οι στιγμές περνούν και γιατί να χάνονται; Σα μαία με συγκινούσε κάθε φορά η πρώτη στιγμή που το παιδί αντίκριζε το φως. Ταυτόχρονα ένιωθα και θυμωμένη που μια όμορφη στιγμή έχανε τη μαγεία της από δεκάδες ανθρώπους που πηγαινοέρχονταν μηχανικά σε μια αίθουσα τοκετού. Δε θα ήθελα να είναι έτσι. Όμως με τα παραμύθια είναι διαφορετικά, μπορούν να γίνουν πιο προσωπικά και να φτιάξουν όμορφη μια στιγμή του παιδιού, όπως πριν κοιμηθεί.

Με ποια κριτήρια επιλέγετε ένα βιβλίο, ποιες είναι οι επιλογές σας ως αναγνώστρια;

Ε.Γ. Το πρώτο που επιθυμώ από ένα βιβλίο είναι να με ταξιδέψει. Αν το καταφέρει αυτό, μετά αναρωτιέμαι τι ήταν αυτό που με προσέλκυσε. Μια και από μικρή είμαι φανατική αναγνώστρια δε μπορώ να πω με σαφήνεια πώς επιλέγω ένα βιβλίο. Σίγουρα έχω προτιμήσεις σε συγγραφείς, κάποιες φορές με παρασύρει το οπισθόφυλλο και κάποιες άλλες θα εμπιστευτώ την άποψη ή την προτροπή ενός φίλου και δε θα πω όχι ποτέ σε ένα κλασικό παλιό καλό βιβλίο. Μα μερικές φορές πειραματίζομαι γιατί όσο μεγαλώνω τόσο λιγότερο βρίσκω πια βιβλία που να με αναστατώνουν και που έχουν να μου πουν κάτι νέο, μια οπτική που δεν την έχω σκεφτεί. Μου αρέσει να διαβάζω και παιδική λογοτεχνία για τη φρεσκάδα και τη ζωντάνια που ξεχύνεται από τις σελίδες ενός καλού παιδικού βιβλίου.

Η υστεροφημία σας ενδιαφέρει;

Ε.Γ. Η υστεροφημία ήταν αρετή για τους αρχαίους Έλληνες. Για μένα δεν είναι αυτοσκοπός, όμως θα ήθελα να διαβάζονται τα έργα μου, θα ήθελα να μπορώ να επηρεάσω μια στάλα τη σκέψη ενός παιδιού, να κρατά ένα γλυκό αίσθημα στην ψυχή του.

Τι ετοιμάζετε για το μέλλον;

Ε.Γ. Στον υπολογιστή και στα χαρτιά μου έχω πολλές ιστορίες. Κάθε λίγο ξετρυπώνει και κάποια καινούρια έμπνευση που προσπαθώ να συγκρατήσω γιατί οι υποχρεώσεις μου δε μου αφήνουν πάντα χρόνο για συγγραφή μια και είμαι μητέρα τεσσάρων παιδιών. Αυτή την εποχή γράφω μια συνέχεια της ιστορίας του «Φύλλου», και χαίρομαι πολύ που το παιδί με τα φύλλα μαλλιά συνεχίζει τις περιπλανήσεις του στον κόσμο μα κυρίως στο μυαλό μου. Μα το μέλλον των ιστοριών μου δεν είναι ξεκάθαρο, ελπίζω και εύχομαι να βρουν όλες το δρόμο τους.

Επεξεργασία εικόνας: Αναστάσιος Τριανταφύλλου 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here