Ρωτάει η Ελισάβετ Κόλλια

Σήμερα στους Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών φιλοξενούμε τη συγγραφέα Τόνια Κυριφίδη.  Στον ρόλο του «ανακριτή» η Ελισάβετ Κόλλια.

Συνέντευξη

Καλησπέρα σας κυρία Κυριφίδη και σας ευχαριστούμε πολύ για τη συνέντευξη που μας παραχωρείτε.

Το πρώτο σας βιβλίο «Η σκοτεινή πλευρά της Ψυχής» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μ. Σιδέρης. Πώς προέκυψε η συγγραφή στη ζωή σας;

Τ.Κ. Θα ήθελα κι εγώ με την σειρά μου να χαιρετίσω όλα τα μέλη της ομάδας και να ευχαριστήσω τους διαχειριστές για την ευκαιρία που μου δίνετε να μιλήσω για το πρώτο μου συγγραφικό “παιδί”, καθώς και να πω δύο λόγια και για μένα την ίδια, ώστε να με γνωρίσει λίγο καλύτερα το αναγνωστικό κοινό.

Λοιπόν, το πρώτο μου μυθιστόρημα κυκλοφόρησε πριν από έξι περίπου μήνες και από τότε έχω απαντήσει σε αρκετά ερωτηματολόγια για διάφορες βιβλιο-ομάδες και βιβλιοφιλικά blogs. Αυτή όμως την φορά θα ήθελα να μιλήσω “διαφορετικά” από τις προηγούμενες. Δεν εννοώ να ισχυριστώ άλλα πράγματα από αυτά που έχω ήδη μοιραστεί με τους αναγνώστες αυτών των ομάδων, αλλά θα προσεγγίσω αυτές τις ερωτήσεις από μία άλλη οπτική γωνία. Θα είμαι πιο χαλαρή στις απαντήσεις μου και θα προσπαθήσω να παραμερίσω τις τυπικότητες που επιβάλλονται κάποιες φορές σε συνεντεύξεις γνωριμίας.

Όπως είπα πιο πάνω, το βιβλίο αυτό κυκλοφόρησε τον Απρίλιο που μας πέρασε και η “γέννησή” του ήταν για μένα ένας τρόπος έκφρασης, εκτόνωσης, αλλά και επικοινωνίας με τους ανθρώπους.

Τόνια ΚυριφίδηΗ συγγραφή μπήκε στην ζωή μου από την εφηβεία. Υπήρξα ιδιαίτερα εσωστρεφές παιδί και δυσκολευόμουν να εξωτερικεύσω όλα όσα με βασάνιζαν, με πλήγωναν και με στεναχωρούσαν. Προτιμούσα να κρατώ το στόμα μου κλειστό, φοβούμενη μην κακοκαρδίσω κανέναν. Έτσι, όταν ήθελα να βγάλω από μέσα μου το παράπονο, τον θυμό ή την αγανάκτησή μου, έπιανα το χαρτί και το μολύβι και έγραφα. Έγραφα για ώρες, μέχρι να αισθανθώ πως δεν είχα τίποτε άλλο να πω ή να “καταγγείλω”… Το γράψιμο για μένα ήταν μία σιωπηλή διαμαρτυρία, με αποδέκτες όλους όσοι με πλήγωναν, με αδικούσαν ή με θύμωναν, αλλά με έναν και μόνο αναγνώστη: εμένα την ίδια!

Τα χρόνια πέρασαν, οι υποχρεώσεις (επαγγελματικές, οικογενειακές) και κατά συνέπεια, οι προτεραιότητές μου, άλλαξαν κι έτσι η συγγραφή πέρασε όχι μόνο σε δεύτερη, αλλά σε τελευταία – θα έλεγα – μοίρα. Μέχρι το καλοκαίρι του 2016 που, για προσωπικούς λόγους, άλλαξαν και πάλι οι ανάγκες μου και αποφάσισα να καταπιαστώ με το γράψιμο. Όμως σε αντίθεση με παλιά, αυτή τη φορά επέλεξα να μοιραστώ τις σκέψεις μου και με τους δικούς μου ανθρώπους, οι οποίοι με έπεισαν να συνεχίσω, γιατί αυτό που είχα ξεκινήσει να γράφω ίσως και να μπορούσε να γίνει ένα ωραίο μυθιστόρημα. Εμπιστεύθηκα λοιπόν την κρίση τους κι έτσι έξι μήνες μετά, ολοκληρώθηκε η ιστορία αυτή.

Το βιβλίο σας έχει σαν κύριο θέμα την εκδίκηση και η ιστορία του εκτυλίσσεται στο Λονδίνο. Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για αυτό το βιβλίο και γιατί επιλέξατε την Αγγλική πρωτεύουσα ως τόπο όπου θα δρουν οι ήρωές σας;

Τ.Κ. Αυτή την ερώτηση μου την έχουν κάνει αρκετές φορές και κάθε φορά δεν ξέρω τι να απαντήσω. Το πρώτο πράγμα που καρφώθηκε στο μυαλό μου ήταν το όνομα “Έμιλυ” διότι το βρήκα εύηχο. Όνομα Βρετανικό, όπως και η ηρωίδα, η οποία γεννήθηκε σκοτεινή και αδίστακτη στα μονοπάτια του δικού μου μυαλού. Γιατί η αλήθεια είναι πως την πρωταγωνίστρια της ιστορίας μου δεν την ήθελα ένα αθώο, άσπιλο, ευαίσθητο και ρομαντικό κορίτσι. Την φαντάστηκα πληγωμένη, βασανισμένη, αδικημένη και στο τέλος απηυδισμένη και αγανακτισμένη. Την έπλασα λοιπόν έξυπνη, όμορφη (κολλάει γάντι με το έξυπνη…), προγραμματισμένη, μεθοδική, μα πάνω απ’ όλα αποφασισμένη να αποδώσει δικαιοσύνη, όπως εκείνη την είχε μεταφράσει στο διαταραγμένο μυαλό της για τα όσα μύρια της είχαν συμβεί στην πιο ευαίσθητη περίοδο της ζωής της, δηλαδή τα παιδικά και νεανικά της χρόνια.

Έχοντας δουλέψει και η ίδια στο παρελθόν σε ναυτιλιακή εταιρία, αποφάσισα να τοποθετήσω την Βρετανίδα ηρωίδα μου σε εξέχουσα θέση σε μία τέτοια εταιρία για να μπορώ να γνωρίζω ή μάλλον, να κουμαντάρω καλύτερα τις κινήσεις της. Τι πιο ταιριαστό για μία τέτοια εταιρία από την πόλη του Λονδίνου;

Την πόλη αυτή την έχω επισκεφθεί τέσσερις φορές και έχω μείνει γύρω στις δέκα μέρες την κάθε φορά. Την γνώρισα ως τουρίστας και όχι ως μόνιμος κάτοικός της. Ωστόσο, αποφάσισα να την μελετήσω όσο γινόταν περισσότερο και συγκεκριμένα κάποια μέρη που είχα επιλέξει να χρησιμοποιήσω ως σκηνικά για την ιστορία μου και θέλω να πιστεύω πως δεν τα πήγα και άσχημα. Και να φανταστείτε, τον ουρανοξύστη Σαρντ όπου επέλεξα να βρίσκονται τα γραφεία της ναυτιλιακής εταιρίας που εργαζόταν η ηρωίδα μου, δεν τον είχα επισκεφθεί ποτέ! Επίσης για τις ανάγκες της ιστορίας έπρεπε να ερευνήσω και να βρω ό,τι χρειαζόταν να χρησιμοποιήσω για τους Ιππικούς Αγώνες. Να ταξιδέψω νοητά στην Οξφόρδη. Να διαβάσω κάποια ιατρικά άρθρα σχετικά με τις συνέπειες από ατυχήματα ή από βίαιες πτώσεις… Δεν ήθελα να αφήσω τα πράγματα στην τύχη τους. Ήθελα να είμαι ξεκάθαρη και συγκεκριμένη, χωρίς αστοχίες και ανακρίβειες. Ελπίζω να τα κατάφερα.

Αναφορικά τώρα με το θέμα της ιστορίας που είναι η εκδίκηση, έχω να πω πως είναι ουτοπία να πιστεύουμε ότι μπορούμε να πάρουμε το Νόμο στα χέρια μας και να γίνουμε εμείς οι κριτές ανθρώπων και συμπεριφορών. Αυτός είναι ένας ρόλος που δεν ανήκει σε μας! Όσο και να μας στοιχειώνουν οι αναμνήσεις του παρελθόντος, δεν γίνεται να βάζουμε τα όνειρα και τις ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο, ενέχυρο στο μουχλιασμένο πλέον χθες. Μην αφήνουμε τις πληγές να κακοφορμίζουν και τους δαίμονές μας να μας κρατούν δεσμώτες μίας ατέρμονης και λανθάνουσας ανάγκης για δικαίωση. Η καρδιά μπορεί να λυτρωθεί μόνο μέσα από την συγχώρεση. Αν καταφέρουμε και την νιώσουμε για αυτόν που μας αδίκησε κατάφωρα, μας πλήγωσε βαθιά, μόνο τότε θα νιώσουμε πραγματικά απελευθερωμένοι. Γιατί ως γνωστόν, “όποιος σπέρνει θύελλες θερίζει ανέμους”!

Ποιος ήταν ο πρώτος αναγνώστης του κειμένου σας πριν αυτό διαβεί την πόρτα των εκδοτικών;

Τ.Κ. Ο πρώτος που διάβασε το μυθιστόρημα ή μάλλον που διάβαζε κάθε κεφάλαιο που ολοκλήρωνα, ήταν η κόρη μου και αμέσως μετά η αδερφή μου. Μετά όμως από αρκετές φορές που χρειάστηκε να το διαβάσω κι εγώ για να το φέρω στην τελική του μορφή, δεν το διάβασε κανένας άλλος εκτός από τους ανθρώπους του εκδοτικού μου οίκου.

Ως νέα συγγραφέας, πώς αντιδράτε στις κριτικές που διαβάζετε για το βιβλίο σας;

Τόνια ΚυριφίδηΤ.Κ. Συγκαταλέγω τον εαυτό μου στους τυχερούς δημιουργούς, που στους πρώτους έξι σχεδόν μήνες κυκλοφορίας του βιβλίου, οι περισσότερες κριτικές ή αν θέλετε, απόψεις που λαμβάνω, είναι – ευτυχώς – θετικές! Όμως επειδή δεν μπορούν όλα τα βιβλία να αρέσουν σε όλους και επειδή, ως γνωστόν, οι γνώμες διίστανται, σίγουρα θα υπάρχουν αναγνώστες που δεν καλύφθηκαν είτε από την ιστορία, είτε από τους ήρωες, είτε από την δομή της υπόθεσης, τις περιγραφές, είτε… είτε… Εδώ λοιπόν θα ήθελα να πω κάτι που δεν έχω πει σε προηγούμενες συνεντεύξεις. Πιστεύω πως όποιος δημιουργός (συγγραφέας, ζωγράφος, γλύπτης, μάγειρας, μόδιστρος…) πει πως δεν επηρεάζεται από τις αρνητικές κριτικές και δεν στεναχωριέται, λέει ψέματα – πρωτίστως στον ίδιο του τον εαυτό και μετά σε όλους τους άλλους. Σαφώς και οι αντίθετες γνώμες είναι σεβαστές, ίσως μάλιστα να είναι και αναμενόμενες, δεν είναι όμως εύπεπτες! Η αρνητική κριτική πολλές φορές είναι εποικοδομητική, αλλά κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί πως είναι θεμιτή, πως είναι ευπρόσδεκτη. Ακόμα και αυτή που έχει εκφραστεί με τον πιο διακριτικό τρόπο. Σαφώς και υπάρχει διαφορά ανάμεσα στα προσβλητικά σχόλια, σε αυτά που είναι γεμάτα εμπάθεια, μένος, και έχουν σκοπό να καταρρακώσουν αξιοπρέπειες, και στα σχόλια που τα διακρίνει η ευγένεια και το ήθος. Αλλά την στιγμή που κάποιος δημιουργός παραδίδει το έργο του σε κοινή θέα, θα πρέπει να είναι και προετοιμασμένος (δύσκολο, αλλά αναγκαίο και αναπόφευκτο) για την οποιαδήποτε κριτική!

Οπότε προσπαθώ να φανώ ψύχραιμη και περιμένω…

Μπορεί η αγάπη να υπερνικήσει κάθε άλλο συναίσθημα κατά τη γνώμη σας; Τι θεωρείτε σημαντικό στη ζωή ενός ανθρώπου;

Τ.Κ. Η αγάπη είναι ό,τι πιο ευγενικό μπορεί να αισθανθεί ένας άνθρωπος. Δεν έχει όρια, δεν έχει στεγανά, δεν υπακούει σε νόμους, αψηφά εγωισμούς και συμφέροντα· εμπόδια και κακοτοπιές. Κάνει τα πάντα εφικτά, απλά και δυνατά. Όλα αυτά όμως η πραγματική, η ανιδιοτελής αγάπη!

“Η αγάπη όλα τα υπομένει, η αγάπη όλα τα ελπίζει, δίνει ζωή στην οικουμένη, κι η γη γυρίζει, κι η γη γυρίζει” έγραψε κάποτε η Σώτια Τσώτου που μελοποίησε και τραγούδησε ο Κώστας Χατζής μαζί με την Μαρινέλλα. Και έτσι πιστεύω πως θα πρέπει να είναι η αυθεντική αγάπη.

Πόσοι όμως από εμάς την έχουμε αισθανθεί αληθινά; Θεωρώ πως μόνο όσοι είναι γονείς, εκτός από ελάχιστες – θέλω να πιστεύω – περιπτώσεις, μπορούν να νιώσουν αυτή την αγνή αγάπη και να την προσφέρουν χωρίς ανταλλάγματα, χωρίς όρους και προϋποθέσεις.

Και όποιος αγαπά αληθινά, μπορεί και να συγχωρεί. Γιατί τι θα ήμασταν οι άνθρωποι αν δεν μπορούσαμε να συγχωρήσουμε, να δείξουμε κατανόηση ή ακόμα και οίκτο για κάποιον που μας έβλαψε, μας πλήγωσε, μας αδίκησε;

Η συγχώρεση είναι λύτρωση για όποιον μπορεί να την νιώσει και να την αποδώσει. Αφήνουμε πίσω τις κακίες, τα μίση, τις έχθρες… Κλείνουμε τις πληγές του παρελθόντος και δεν τις αφήνουμε να καταπιούν. Κοιτάμε μπροστά, δίνοντας ευκαιρία όχι απαραίτητα σε αυτόν που μας έβλαψε ή μας αδίκησε, αλλά στον εαυτό μας να ξεχάσει και να προχωρήσει μπροστά. Να κάνει όνειρα και σχέδια για το μέλλον. Ένα καλύτερο μέλλον. Αυτό που μας ταιριάζει πραγματικά.

Αυτό θεωρώ είναι και το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή ενός ανθρώπου. Να μπορεί να δικαιολογεί συμπεριφορές. Να ψάχνει να βρει την αιτία, τον λόγο που κάποιος συμπεριφέρεται άσχημα, άδικα, ίσως και ύπουλα κάποιες φορές. Αυτό επιλέγω κι εγώ στις σχέσεις μου με τους ανθρώπους. Προσπαθώ να δω την καλή πλευρά του χαρακτήρα τους και να ψάξω την αιτία για την δύστροπη συμπεριφορά τους. Δεν μπορεί, σκέφτομαι κάποιες φορές, κάποιος λόγος θα υπάρχει για να είναι τόσο στριφνός, περίεργος, μίζερος, κακόβουλος κάποιος. Θέλω δηλαδή να πιστεύω πως όλοι οι άνθρωποι γύρω μας είναι καλοί, αλλά εξαιτίας κάποιων παραμέτρων (που γνωρίζουν μόνο εκείνοι) ενεργούν αντίθετα από τις αρχές και το ήθος τους. Ίσως και να εθελοτυφλώ ή και να είμαι αφελής. Το προτιμώ πάντως από το να ψάχνω πάντα λόγο να καταδικάσω τον άλλο με συνοπτικές διαδικασίες.

Υπάρχουν συγκεκριμένες ώρες της ημέρας που αφιερώνετε στη συγγραφή και στο διάβασμα βιβλίων;

Τ.Κ. Οι ώρες που διαλέγω, ή μάλλον που βρίσκω ηρεμία και ησυχία να γράψω, είναι οι νυχτερινές και δη οι μεταμεσονύχτιες. Μπορώ να γράφω μέχρι το πρωί. Δεν αποζητώ μόνο την ησυχία μέσα στο σπίτι, αλλά και στον περιβάλλοντα χώρο. Στον δρόμο, στη γειτονιά… Όταν υπάρχει απόλυτη ησυχία μπορώ να συγκεντρωθώ και να γράψω.

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς; Έχουν επηρεάσει τον τρόπο γραφής σας;

Τ.Κ. Οι αγαπημένοι μου συγγραφείς είναι πολλοί. Σε μικρότερη ηλικία είχα καταπιαστεί με τους κλασσικούς συγγραφείς που είναι καθολικά αποδεκτοί και αναγνωρίσιμοι, όπως Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, αδερφές Μπροντέ, Τζέιν Ώστεν, Τσαρλς Ντίκενς (για το εξαιρετικό “Μεγάλες προσδοκίες”), Λόρκα, Στάινμπεκ, Θερβάντες, Παπαδιαμάντη, Καζαντζάκη, Ροΐδη, Πηνελόπη Δέλτα, Λουντέμη, Βενέζη, Καραγάτση, Άλκη Ζέη, Αλκυόνη Παπαδάκη! Τα τελευταία χρόνια διαβάζω πιο νέους (όχι ηλικιακά) δημιουργούς, όπως ο Γιώργος Πολυράκης, η Κάλη Καρατζά, ο Αλέξης Σταμάτης, η Σόφη Θεοδωρίδου, ο Θεόδωρος Παπαθεοδώρου, η Ρούλα Σαμαϊλίδου, η Άννα Γαλανού, και αρκετούς ακόμη που τους ζητώ συγνώμη που δεν τους αναφέρω γιατί δεν είναι εφικτό.

Όλους όσους ανέφερα έχουν έναν δικό τους τρόπο έκφρασης. Άλλοι είναι λυρικοί, άλλοι ποιητικοί, άλλοι κυνικοί, σκληροί, άλλοι πάλι πολύ σημερινοί, βατοί, κατανοητοί… Δεν μπορώ όμως να πω πως κάποιος από αυτούς έχει επηρεάσει τον τρόπο που γράφω, πρώτα απ’ όλα γιατί τα δείγματα γραφής που έχω δώσει είναι (ακόμα) πολύ φρέσκα και δεύτερον γιατί γράφοντας προσπαθώ και η ίδια να βρω την προσωπική μου ταυτότητα και να εστιάσω στον δικό μου τρόπο σκέψης και έκφρασης.

Υπάρχουν κάποια βιβλία από Έλληνες ή ξένους συγγραφείς που ξεχωρίσατε και θα θέλατε να είχατε γράψει;

Τ.Κ. Θα ήθελα να είχα γράψει το υπέροχο “Όσα παίρνει ο άνεμος” της Μάργκαρετ Μίτσελ.

Αυτή την περίοδο ετοιμάζετε κάτι νέο;

Τ.Κ. Στην παρούσα φάση που βρίσκομαι, θεωρώ πως αυτή η ερώτηση ίσως να είναι και η πιο σημαντική για μένα (αν όχι η πιο επίκαιρη).

Αυτή την εποχή γράφω μία τρίτη ιστορία, μιας και η δεύτερη είναι ήδη έτοιμη, έχοντας περάσει και μία αρχική επιμέλεια από κάποια φίλη που προσφέρθηκε εθελοντικά να με βοηθήσει και περιμένει εκδοτική στέγη.

Η ιστορία λοιπόν αυτή έχει τίτλο Η Τάξη του ’82 και αναφέρεται στην επανένωση (το γνωστό reunion) δέκα συμμαθητριών, οι οποίες αποφοίτησαν από το λύκειο το 1982 και αποφασίζουν – μετά από 35 ολόκληρα χρόνια – να βρεθούν ξανά στο εξοχικό σπίτι της μίας από αυτές. Σε αυτή λοιπόν την ξεχωριστή και ασυνήθιστη συνάντηση, η κάθε μία θα αναλάβει να ξετυλίξει το κουβάρι των αναμνήσεών της στα χρόνια που μεσολάβησαν. Μέσα από τις αφηγήσεις τους, μπορεί κανείς να αφουγκραστεί τα ευχάριστα ή  δυσάρεστα βιώματα που τις σημάδεψαν για τα χρόνια που μεσολάβησαν. Μέσα από συζητήσεις, συμβουλές, μέχρι και διαφωνίες, θα βρουν την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσουν τις σχέσεις με τους γύρω τους, συγχωρώντας κάποιους από αυτούς, αλλά και απορρίπτοντας ορισμένους άλλους, που αποδεδειγμένα τις πόνεσαν, περνώντας από την ζωή τους και αφήνοντας ανεξίτηλα τα σημάδια τους… Έτσι, αναπολώντας τα χρόνια  που πέρασαν, θα κάνουν την αυτοκριτική τους. Θα δικαιολογηθούν για τα λάθη τους. Θα εξηγήσουν αψυχολόγητες συμπεριφορές. Θα ζητήσουν απαντήσεις για όσα αναγκάστηκαν να υποστούν και στο τέλος θα κληθούν να αντιμετωπίσουν τους δαίμονες του παρελθόντος, ώστε λυτρωμένες πλέον να συνεχίσουν τη ζωή τους. Το γεγονός πάντως είναι πως μετά από αυτό το τριήμερο, κάποιες από αυτές δεν θα είναι ίδιες ξανά…

Το μυθιστόρημα αυτό, περιέχει και αυτοβιογραφικά στοιχεία, που όμως είναι διάσπαρτα μέσα στις δέκα διαφορετικές αφηγήσεις. Κατά την ταπεινή μου άποψη, η υπόθεση είναι ιδιαιτέρως πρωτόλεια και μεταφέρει αρκετά κοινωνικά μηνύματα, όχι μόνο σε άτομα που ηλικιακά βρίσκονται κοντά στις ηρωίδες του μυθιστορήματος, αλλά και σε αναγνώστες που έχουν βιώσει έντονες συναισθηματικές αναταραχές στην διάρκεια της ζωής τους. Θέλω να πιστεύω λοιπόν πως καθεμία (και γιατί όχι, καθένας) από το αναγνωστικό κοινό, θα βρει πολλά κοινά στοιχεία με τις δέκα αυτές γυναίκες. Είναι ένα εντελώς διαφορετικό διήγημα από την “Σκοτεινή Πλευρά της Ψυχής…” και εύχομαι να χαρεί της αποδοχής, πρωτίστως από τον εκδοτικό χώρο, αλλά και από το αναγνωστικό κοινό (στην περίπτωση πάντα που τυπωθεί και κυκλοφορήσει ως βιβλίο).

Όπως είπα και πρωτύτερα, αυτή την περίοδο βρίσκομαι στα μέσα ενός τρίτου μυθιστορήματος, το οποίο – αν το επιτρέψουν οι συνθήκες – θα είναι έτοιμο προς το τέλος του χρόνου, ώστε να πάρει και αυτό σειρά για την απαραίτητη αξιολόγηση και το οποίο διαφέρει και πάλι, από τις δύο προηγούμενες ιστορίες.

Λίγο πριν ολοκληρώσουμε τη συνέντευξη, θα θέλατε να πείτε κάτι στους αναγνώστες μας;

Τ.Κ. Τελειώνοντας, θα ήθελα να πω πως όταν επιλέγουμε ένα βιβλίο, θα πρέπει να ακούμε το τι “λέει” στην δική μας καρδιά. Δεν μπορούμε να εισπράττουμε όλοι τα ίδια πράγματα, να γινόμαστε δέκτες των ίδιων μηνυμάτων, την στιγμή που δεν βρισκόμαστε όλοι στην ίδια θέση και δεν βιώνουμε τα ίδια προβλήματα. Άλλωστε αυτό το συναντούμε σε κάθε δραστηριότητά μας. Στην επιλογή ενός θεατρικού ή κινηματογραφικού έργου, ενός τραγουδιού, ενός καλλιτέχνη. Ο καθένας από εμάς έχει άλλα βιώματα, άλλες ανάγκες, άλλες προτεραιότητες. Και επίσης θεωρώ πως κάθε βιβλίο, όσο ελαφρύ και αν είναι, έχει πάντα κάτι να προσφέρει. Είτε να μας διασκεδάσει, να μας ταξιδέψει μέσα από τις σελίδες του, να μας χαλαρώσει γιατί έχουμε ανάγκη να ξεκουράσουμε το μυαλό μας. Είτε πάλι να μας θυμώσει, να μας μελαγχολήσει, ακόμα και να μας κάνει να κλάψουμε. Υπάρχουν και βιβλία που γράφτηκαν για να μας προβληματίσουν, να μας αφυπνίσουν, να μας δώσουν τροφή για σκέψη. Το ζητούμενο είναι να επιλέξουμε την κατάλληλη στιγμή για να διαβάσουμε το καθένα από αυτά. Για να είμαστε και σε θέση να το κρίνουμε όπως του αξίζει.

Και κάτι τελευταίο που έχει να κάνει με την “Σκοτεινή Πλευρά της Ψυχής…” και το τι θα ήθελα να εισπράξει ο κάθε αναγνώστης από αυτή την ιστορία. Η εκδίκηση δεν είναι λύση· είναι εμμονή! Είναι μία αρρωστημένη ανάγκη με πολλαπλά θύματα. Η τιμωρία θα έρθει κάποια στιγμή, αλλά όχι από εμάς. Μονάχα ο Θεός μπορεί να κρίνει και ανάλογα να τιμωρήσει. Η ζωή είναι τόσο μικρή. Ας μην την περάσουμε νιώθοντας πως είμαστε τα μοναδικά θύματα. Φωτίζοντας με αγάπη, κατανόηση και σεβασμό την καρδιά μας, μπορούμε να πολεμήσουμε το σκοτάδι της ψυχής μας!!!!

Σας ευχαριστούμε πολύ για τον χρόνο σας. Καλή δημιουργική συνέχεια.

Επεξεργασία φωτογραφίας: Παναγιώτα Γκουτζουρέλα 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here