Ο Τζακ αποφάσισε επιτέλους να λυτρωθεί, παρόλο που το είχε καθυστερήσει εδώ και τουλάχιστον μιάμιση δεκαετία. Το ποτό δεν τον ευχαριστούσε πλέον. Όχι όσο κάποτε, τουλάχιστον. Στην αρχή, όλα ήταν μαγικά. Έπινε, έφευγαν τα προβλήματα. Έπινε, ξεχνούσε τα άγχη και τους πόνους. Έπινε και γινόταν ο αναθεματισμένος σούπερμαν που πετούσε, άνοιγε τρύπες σε κτίρια με το βλέμμα του και γοήτευε όλα τα κορίτσια που συναντούσε στο μπαρ. Ήταν κυριολεκτικά ανίκητος, μέχρι που το ποτό τον πρόδωσε και τον έριξε από τη σκάλα της ζωής, με μια καλοζυγισμένη κλωτσιά. Τώρα απλώς μεθούσε και γινόταν ελεεινός, σαν πρεζόνι που έχει πάρει όλη τη δόση της εβδομάδας με μια μόνο ενδοφλέβια ένεση. Τώρα ήταν απλώς ένα ζόμπι όταν έπινε και ένας ετοιμοθάνατος όταν έμενε νηφάλιος. Για αυτό και αποφάσισε να σπρώξει τον εαυτό του σε μια νέα αρχή, η οποία ωστόσο έπρεπε να ξεκινήσει από την εκκαθάριση του παρελθόντος.

Γιατί όπως έλεγε και ο ψυχολόγος του: δίχως ξεκαθαρισμένο παρελθόν, δεν υπάρχει και καλό μέλλον. Κατέβηκε στη στάση έξω από το γήπεδο του μπέιζμπολ και έριξε μια ματιά στο σημείωμα που τόση ώρα έπαιζε στα χέρια του νευρικά. Οδός Φράνκλιν 29. Κοντά στο γήπεδο. Απέναντι από ένα σπίτι με πολλές γλάστρες.

Έψαξε για την οδό Φράνκλιν και την ακολούθησε, ώσπου έφτασε στον προορισμό του. Το σπίτι υπ’ αριθμόν 29 ήταν απέναντι και έμοιαζε με γριά τραγουδίστρια. Ρυτιδιασμένο μα μακιγιαρισμένο με έναν κουβά μπετό για να δείχνει νεότερο και πιο συμμαζεμένο. Δεν περίμενε και κάτι περισσότερο, βέβαια. Η Λούσι δεν ήταν φραγκάτη για να μπορεί να υποστηρίξει ένα καλύτερο σπίτι. Ούτε αρκετά χαρισματική. Και έμενε και μόνη της με τον γιο της, κατά πάσα πιθανότητα. Ξεφύσησε στρεσαρισμένος.

tzakΤο σπίτι ήταν χαμηλό με μια σκάλα τριών μόνο σκαλιών να χωρίζει τη πόρτα από το γκρεμισμένο πλακόστρωτο της αυλής. Εκεί γλάστρες δεν υπήρχαν, παρά μόνο ένας λεπτός συρμάτινος φράχτης που έμοιαζε επιρρεπής ακόμα και απέναντι σε ένα δυνατό φύσημα του ανέμου. Ο Τζακ στάθηκε απέναντι και πήρε μια βαθιά τζούρα από το τσιγάρο του για να πάρει δύναμη.

Είχε επισκεφθεί ένα σωρό σπίτια τις τελευταίες μέρες. Άλλα μεγάλα και πολυτελή και άλλα μικρά και βρώμικα, σαν τρώγλες. Το κάθε ένα άνηκε και σε μια κοπέλα από αυτές με τις οποίες είχε συνάψει σχέσεις, τον καιρό που το αλκοόλ έλεγχε τη ζωή του. Πολλές από αυτές ήταν σκληρές και τον αντιμετώπισαν με βάναυση ψυχρότητα. Άλλες ήταν ευαίσθητες και τον παρακάλεσαν να δώσει μια νέα ευκαιρία στη μεταξύ τους σχέση. Κάθε περίπτωση από δαύτες ήταν δύσκολη, για διάφορους λόγους, όμως τις αντιμετώπιζε με χαλαρότητα και ψυχραιμία. Δεν είχε να χάσει και κάτι με το να ζητήσει μια -ή τριάντα, που λέει ο λόγος- συγγνώμη και να απολογηθεί για τον απαίσιο εαυτό του.

Ωστόσο, αυτή η περίπτωση δεν ήταν το ίδιο. Η Λούσι είχε περισσότερους λόγους να τον δολοφονήσει με κουζινομάχαιρο, από ό,τι όλες οι άλλες μαζί. Σε αυτή είχε φερθεί με τον χειρότερο τρόπο, γιατί δεν της είχε αφήσει μονάχα άσχημες αναμνήσεις, αλλά και ένα κουτσούβελο του οποίου δεν είχε αναλάβει ποτέ να αναγνωρίσει την πατρότητα.

Έναν γιο που δεν είχε έρθει καν για να τον δει, αυτά τα δεκατέσσερα χρόνια που είχαν περάσει και στον οποίο δεν είχε στείλει ούτε μια ευχετήρια κάρτα, σε κάποια από τα γενέθλιά του. Η Λούσι ήταν η μητέρα του μοναδικού παιδιού του -από ό,τι ήξερε, τέλος πάντων- και το να της ζητήσει συγγνώμη θα ήταν τρεις φορές πιο δύσκολο από ό,τι θα ήταν αν είχε απλώς πλαγιάσει μαζί της για μια νύχτα.

   Όμως… έπρεπε να το κάνει, αν ήθελε να κάνει μια νέα αρχή.

Νίκος Κατέχης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here