Πάνε δυο χρόνια τώρα, που ο Πλάτωνας απέκτησε τον δικό του υπολογιστή και δεν είχε τελειώσει ούτε το Δημοτικό! Οι γονείς του ένιωθαν πολύ περήφανοι που ο γιος τους ήξερε να πληκτρολογεί διάφορες λέξεις και να παίζει παιχνίδια στον δικό τους και μια και θεωρούσαν τον υπολογιστή απαραίτητο στην καθημερινότητα των σημερινών ανθρώπων, δεν έφεραν ιδιαίτερες αντιρρήσεις στην επιθυμία του γιου τους να του αγοράσουν έναν δικό του.

Ο παππούς όλα αυτά τα έβλεπε υπερβολικά και η γιαγιά αναπολούσε τις εποχές που χρησιμοποιούσαν τα μολύβια τους για να γράφουν και όχι τον «Μίκυ Μάους», το ποντίκι ήθελε να πει!

Τι κι αν έλεγαν οι καημένοι οι παππούδες, ποιος τους άκουγε! Και δώσ’ του να θαυμάζουν οι γονείς τα κατορθώματα του Πλάτωνα στον υπολογιστή, καθώς αυτός πάλευε να πληκτρολογήσει τα κείμενά του. Μισή μέρα ήθελε να τελειώσει μια σελίδα. Αλλά εκεί, δεν έλεγε να το βάλει κάτω. Φούσκωνε από περηφάνια ο μπαμπάς για το πείσμα και τη θέληση του γιου του. Του θύμιζε τον εαυτό του, καθώς έλεγε!

Και να ’ταν μόνο ο υπολογιστής; Μια αποθήκη ηλεκτρονικά είχαν γεμίσει. Ήταν, λέει, παλιάς τεχνολογίας. Αν έριχνε κανείς μια ματιά στην αποθήκη, θα μπορούσε άνετα να διαλέξει ό,τι αγαπούσε η καρδιά του, παλιά DVD, υπολογιστές τσέπης, game-boy κι ό,τι άλλο είχε την ατυχία να παραχωρήσει τη θέση του σε κάποιο νεότερο και πιο σύγχρονο μοντέλο της τεχνολογίας.

Όμως για τον υπολογιστή του ο Πλάτωνας δεν δεχόταν κουβέντα, αυτά τα δύο χρόνια. Τον είχε σαν τον καλύτερο φίλο του. Δυστυχώς, μια Παρασκευή απόγευμα, έγινε κάτι που παρά λίγο να κλονίσει επικίνδυνα τις σχέσεις των δύο αυτών φίλων. Δούλευε πυρετωδώς πάνω σε μια εργασία για τη ρύπανση του περιβάλλοντος που τους είχε βάλει η δασκάλα στο σχολείο, όταν άρχισε ξαφνικά ν’ αναβοσβήνει η οθόνη. Ο Πλάτωνας νόμιζε για μια στιγμή πως έφταιγαν τα μάτια του, γιατί είχε ήδη πολλές ώρες που έγραφε, και υπέθεσε πως ήταν από την κούραση να βλέπει την οθόνη ν’ αναβοσβήνει.

Έβγαλε τα γυαλιά του, έτριψε τα μάτια του κι ετοιμάστηκε να ξεκινήσει πάλι τη δουλειά του. Δεν είχαν περάσει όμως δυο λεπτά και η οθόνη άρχισε πάλι ν’ αναβοσβήνει. Όχι, δεν ήταν από τα κουρασμένα του μάτια. Τώρα ήταν σίγουρος. Έφταιγε ο υπολογιστής! Μα πώς ήταν δυνατόν; Αυτός ο πιστός του φίλος πώς μπορούσε να τον προδώσει έτσι, και μάλιστα πάνω σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή; Πώς θα έγραφε τις πληροφορίες που χρειαζόταν, αφού η κυρία είχε πει ότι όποιος έχει υπολογιστή, μπορούσε να τα γράψει σ’ αυτόν; Κι εκείνος είχε.

Αρχικά, ο Πλάτωνας προσπάθησε να εμψυχώσει τον ηλεκτρονικό του φίλο, με γλυκόλογα και προτροπές, αλλά αυτός μάλλον δεν έδειχνε να παίρνει από λόγια. Συνέχιζε τα φωτορυθμικά του, χωρίς να σκέφτεται, ο αχάριστος, μήπως πληγώσει τον φίλο του μ’ αυτή την απαράδεκτη συμπεριφορά! Ο Πλάτωνας έγινε έξαλλος. Αποθήκευσε, ευτυχώς τα κατάφερε, την εργασία του στα ‘έγγραφά μου’, έδωσε ένα γερό χαστούκι στον… πρώην φίλο και συνεργάτη του και βγήκε απ’ το δωμάτιό του κόκκινος από θυμό.

Η μητέρα του, σε μια μάλλον μάταιη προσπάθεια να ηρεμήσει τον γιο της, θέλησε να τον πείσει να γράψει με το χέρι την εργασία. Τι ήθελε να το πει; Ο Πλάτωνας άρχισε πάλι να κοκκινίζει και ήταν έτοιμος να ξεσπάσει, αλλά ευτυχώς εκείνη τη στιγμή μπήκε ο πατέρας του στο σπίτι κι αναγκάστηκε να καταπιεί τον θυμό του. Μουρμούρισε μια καληνύχτα, ίσα που ακουγόταν, και μπήκε στο δωμάτιό του, κλείνοντας πίσω του την πόρτα… κάπως απότομα.

Ο πατέρας άκουγε σκεπτικός όσα του έλεγε η γυναίκα του, ενώ την ίδια στιγμή, ο Πλάτωνας περιφερόταν μέσα στο δωμάτιό του σαν θηρίο στο κλουβί· πότε αγριοκοιτάζοντας τον καημένο τον υπολογιστή, πότε χτυπώντας με οργή τα πλήκτρα στο πληκτρολόγιο. Δυστυχώς, ο υπολογιστής δεν έδειχνε να έχει μετανιώσει για την προηγούμενη ανάρμοστη συμπεριφορά του και συνέχιζε ν’ αναβοσβήνει, επικίνδυνα αυτή τη φορά, ενώ άρχισε να είναι ορατός πια ο κίνδυνος να χαθούν όλες οι πληροφορίες. Ο Πλάτωνας, αντί να τον κλείσει μήπως και ξεκουραστεί για λίγο το μηχάνημα, πληκτρολογούσε με πείσμα, ρίχνοντάς του κάθε φορά όλο και πιο άγριες ματιές.

Σε λίγο, δεν άντεξε άλλο, αποφάσισε, επιτέλους, να τον κλείσει και να σταματήσει αυτή τη σκληρή και παράλογη συμπεριφορά. Αποκαμωμένος κι ο ίδιος, κάθισε στο κρεβάτι του κι έπιασε το κεφάλι του, προσπαθώντας να ηρεμήσει. Κάποια στιγμή, κι ενώ άρχισε να σκέφτεται μήπως ήταν κάπως υπερβολικός με τις αντιδράσεις του αυτές και τον θυμό του κι ότι ίσως να βρισκόταν μια λύση στο πρόβλημά του, του φάνηκε πως κάποιος μπήκε στο δωμάτιο.

Μια παράξενη φωνή τον έκανε να σηκώσει το κεφάλι του να δει ποιος ήταν, γιατί σίγουρα, αυτή η φωνή δεν του έλεγε τίποτα. Με την έκπληξη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, είδε ένα αγόρι στην ηλικία του, που του έμοιαζε απίστευτα. Όταν το ρώτησε ποιος ήταν, εκείνος έδειξε έκπληκτος που ο Πλάτωνας δεν αναγνώριζε τον επί δύο χρόνια φίλο του, που δεν τον είχε προδώσει ούτε για μια στιγμή κι επειδή για λίγο δεν ένιωσε καλά, αποφάσισε έτσι εύκολα ν’ αρχίσει να τον χτυπά και να θυμώνει μαζί του!

Ο Πλάτωνας, σαστισμένος, έκανε να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι, να διαμαρτυρηθεί γι’ αυτή τη φάρσα, που ποιος ξέρει ποιος του έπαιζε και μάλιστα σήμερα, που είχε και τα νεύρα του. Όμως δεν μπορούσε καν να κουνηθεί! Μα τι αστείο ήταν, τέλος πάντων, αυτό; Όμως όχι, δεν ήταν αστείο. Έντρομος διαπίστωσε πως είχε μεταμορφωθεί… στον υπολογιστή του κι ο υπολογιστής του…, όχι, δεν μπορεί… στον ίδιο!

Παρ’ όλη την έκπληξή του, ο Πλάτωνας δεν μπορούσε παρά να παραδεχτεί ότι ο… υπολογιστής του είχε δίκιο. Πραγματικά, δεν του είχε περάσει καθόλου από το μυαλό ότι μπορεί κι αυτός να υπέφερε από τα άδικα χτυπήματα στο πληκτρολόγιό του ή ότι κάτι ίσως ήθελε διόρθωμα για να μην πάρει φωτιά απ’ τις πολλές ώρες που ήταν αναμμένος και γι’ αυτό αναβόσβηνε! Αλήθεια, πώς ένιωθε τώρα που ήταν αυτός εκεί μέσα κλεισμένος;

Ναι, παραδέχτηκε το λάθος του.

Ο Πλάτωνας δεν ήταν σίγουρος, αλλά του φάνηκε πως ο υπολογιστής του… τού έκλεισε το μάτι και χαμογέλασε. Αμέσως, πετάχτηκε καταϊδρωμένος απ’ το κρεβάτι του, εξακρίβωσε ότι όλα ήταν εντάξει και προσπάθησε να ξανακοιμηθεί, ενώ ένιωθε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά.

Το πρωί, με άλλη διάθεση, βγήκε από το δωμάτιο και καλημέρισε τους γονείς του. Κι όταν εκείνοι τον ρώτησαν τι θα έκανε τελικά με τον υπολογιστή, ο Πλάτωνας δήλωσε πως, μετά από μία κουβέντα που είχε μαζί του, κατάλαβε το λάθος του. Απλά, ο υπολογιστής  χρειαζόταν κι αυτός  λίγη ξεκούραση!

Έλενα Στανιού

Απάντηση