Ρωτάει η Βίκυ Ζηλιασκοπούλου

 

                                Δηλώνει:

Εγώ, τον Μέγα Ήλιο έχω πολιούχο, 

αγαπά να περιμένει.

Ας χαμηλώνει ο ουρανός ν` αγγίζει η ψυχή πατρίδα…

Γιατί Καμιά φορά το συναίσθημα παραμονεύει στα μεγάλα βάθη, εκεί, που η ψυχή λαχταρά να παραμείνει για πάντα στη γαλήνη και στο φως του έρωτα που δεν έχει ανάγκη τα παιχνίδια της λογικής, εκεί που είναι προστατευμένη και από το βίαιο χέρι του πολιτισμού…”

Σήμερα στους Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών θα γνωρίσουμε τη συγγραφέα Χαρούλα Βερίγου-Μπάντιου και το βιβλίο της «Οι άλλες ν’ απλώνουν ρούχα κι εσύ τριαντάφυλλα» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Φίλντισι.

Συνέντευξη

Κυρία Βερίγου – Μπάντιου καλησπέρα σας.

Χ.Β.Μπ.: Καλησπέρα σας, καλώς ανταμωθήκαμε.

Ως παιδί διαβάζατε πολλά βιβλία; Ως ενήλικας; Υπάρχει κάποιο είδος λογοτεχνίας που να μπορείτε να πείτε ότι είναι το αγαπημένο σας;

Χ.Β.Μπ.: Έχω καταγράψει όμορφες στιγμές από τις αναγνώσεις της παιδικής ηλικίας. Ναι, διάβαζα αρκετά, συνήθως ό, τι μου χάριζαν και ό, τι πρότεινε ο πλασιέ βιβλίων όταν περνούσε από το σπίτι μας. Στην εφηβεία, καθοριστικό ρόλο έπαιξε η επαφή μου με την Βικελαία Βιβλιοθήκη του Ηρακλείου. Εκεί μυήθηκα. Ως ενήλικας γοητεύτηκα περισσότερο και συνεχίζω να αφήνομαι με εμπιστοσύνη και να γοητεύομαι από την κουλτούρα του λόγου. Η σχέση μου με το βιβλίο είναι αγαπητική. Η λογοτεχνία δεν θα πάψει ποτέ να είναι αισθητική απόλαυση για την ταπεινότητά μου. Διαβάζω με το ίδιο ενδιαφέρον διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, ποίηση, φτάνει να αγγίζουν και να προκαλούν την καρδιά και τη σκέψη μου.

Μπορείτε να μας πείτε ένα βιβλίο που αγαπήσατε στα παιδικά ή εφηβικά σας χρόνια και ένα βιβλίο που σας δημιούργησε έντονα συναισθήματα στην ενήλικη ζωή σας;

Χ.Β.Μπ.: Στην παιδική ηλικία αγάπησα και διάβασα πολλές φορές τους μύθους του Αισώπου και τον ευτυχισμένο πρίγκιπα του Oskar Wilde. Στην έκτη Δημοτικού με συγκίνησε το βιβλίο: «Η Μαρία και το καλάθι με τα λουλούδια» του Christopher Smith. Το διάβασα πολλές φορές.

Στην εφηβεία, «Η Μεγάλη Χίμαιρα» του Καραγάτση υπήρξε αγαπημένο βιβλίο. Με συγκλόνιζε όμως παράλληλα ο Καζαντζάκης με το βιβλίο του: «Ο τελευταίος πειρασμός» και συνεχίζει να μου προκαλεί δέος ένα ακόμη δικό του βιβλίο και δεν είναι άλλο από τους: «Αδερφοφάδες».

Όσες φορές κι αν το διαβάσω το ίδιο θα πονάω, το ίδιο θα κλαίω, το ίδιο θα βασανίζομαι από αναπάντητα ερωτήματα.

Είναι αληθινά πρόσωπα οι γυναίκες των διηγημάτων; Έχουν ως βάση ιστορίες που ακούσατε ή είναι φαντασία;

Χ.Β.Μπ.: Τα πρόσωπα του βιβλίου «Οι άλλες ν’ απλώνουν ρούχα κι εσύ τριαντάφυλλα» είναι αληθινά. Οι γυναίκες ηρωίδες πρώτα της ζωής και μετά του βιβλίου είναι εκείνες που θέλησαν να μού διηγηθούν τις ιστορίες τους με μόνη απαίτηση να μην γραφτούν τα πραγματικά τους ονόματα και φυσικά το σεβάστηκα. Σε όλες, διάβασα την ιστορία που μού διηγήθηκαν πριν δημοσιευτεί. Το χάρηκαν σεμνά. Ήταν απίστευτο το γεγονός πως τα μάτια τους βούρκωσαν όχι όσο μου μιλούσαν εκείνες για όσα πέρασαν, αλλά όταν με άκουσαν να τα διαβάζω. Τότε θαρρείς και τα έζησαν από την αρχή. Με κοιτούσαν με μάτια κάρβουνα πυρωμένα και βλέμμα πονετικό, βαθιά ανθρώπινο. «Νά ’χεις από τ’ εμένα την ευκή, κοπελίτσα γραμμένη και ζωγραφιστή, να μού σ’ αφήκει ο θεουλάκης ως να σού γένουν μπαμπάκι χιόνι τα μαλλιά, να μη σβηστεί τ’ όνομά σου», κράτησα την ευχή.

Υπάρχει κάποια που να αγαπήσατε περισσότερο, κάποια που να νιώθετε πιο κοντά σας ή ίσως να αποτελεί φόρο τιμής σε γνωστό σας άτομο;

Χ.Β.Μπ.: Ύστερα από αυτή τη συγκλονιστική εμπειρία όλες αυτές οι γυναίκες αποτελούν ένα μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή μου. Είναι και θα μείνουν ισχυρές παρουσίες δίπλα μου. Αισθάνομαι τη συγγένεια της ψυχής τους. Τις έχω σεβαστεί, έχω νιώσει μέσα από τα δικά τους βιώματα τι μπορεί να σημαίνει πραγματικά πόνος, οδύνη, ξενιτιά, πόλεμος, απώλεια, εγκατάλειψη, εμφύλιος σπαραγμός, ανάγκη. Τις έχω αγαπήσει.  Αυτά τα αισθήματα θα τα κρατήσω για πάντα με ευγνωμοσύνη. Με τίμησαν με την εμπιστοσύνη τους, μού άνοιξαν τα σπίτια και τις καρδιές τους με απλότητα, με καλοσύνη, με την αλήθεια τους αντίδωρο στο χέρι. Θαρρώ όλες τους το ίδιο πολύτιμα ζυγίζουν μέσα μου. Δεν γνώριζα καμιά από αυτές τις γυναίκες πριν αρχίσω να γράφω. Η παρουσίαση του βιβλίου μου «Αύριο, νυχτώνει φθινόπωρο» στην Ηγουμενίτσα, για την στήριξη του συλλόγου Στοργή ΑμεΑ, αποτέλεσε την αφορμή να γνωρίσω την πρώτη υπέροχη κυρία, την ηρωίδα του διηγήματος «Χιόνη και Χιόνη, χιόνι να σ’ έθαβε», άξια πραγματικά ηρωίδα  της ζωής. Όλες τους με ίσια κατά το φως περπατησιά και γνώμονα την τιμή τους.

Πώς αποφασίσατε να γράψετε για την περιοχή της Ηπείρου; Υπάρχει κάτι που σας συνδέει με το χώρο ή έτυχε;

Χ.Β.Μπ.: Το τοπίο της Ηπείρου μίλησε πρώτο στην καρδιά μου. Αυτή η ξεχωριστή φλούδα της γης με τα βουνά και τα ποτάμια της, με τα τραγούδια και τα μοιρολόγια, με τα στοιχειά και τους ίσκιους, με το χρυσό και τι κίτρινο του φθινοπώρου και την άσβεστη μνήμη, μού απηύθυνε το κάλεσμα, την πρόταση ανάγνωσης. Η χειραψία μου με την Ήπειρο κλείνει τριάντα έξι χρόνια τιμής και σε αυτή τη χειραψία την ευθύνη έχει ο έρωτας. Ο σύντροφός μου είναι Ηπειρώτης. Ακολουθώντας την εσωτερική φωνή του χρέους οδηγήθηκα να γράψω αυτό το βιβλίο. Η Ήπειρος μού χάρισε την οικογένεια, δηλαδή την ίδια τη ζωή. Είναι το ελάχιστο αντάλλαγμα και δείγμα ευγνωμοσύνης, η ταπεινή αυτή κατάθεση της ψυχής μου. Κάτι μέσα μου πολύ δυνατό απαιτούσε να γραφτούν αυτές οι ιστορίες, να γίνουν ξανά τροφή για την σκέψη και αιτία διαλόγου, ίσως και πρόκληση ακόμη για να εκδηλωθεί η ευαισθησία μας και το σημαντικότερο, για να θυμηθεί ο αναγνώστης τι σημαίνει να πορεύεσαι με περηφάνια και τιμή, πόση αξία έχει το κρυμμένο παράπονο όταν γίνεται τραγούδι, μοιρολόι και προσευχή, πόση αγνότητα μπορεί να έχει ένα άγγιγμα και δύναμη η ευχή, πώς πέφτει το αχ του έρωτα στο νερό και κυλάει ο Αχέροντας. Σημαντικό κίνητρο θεωρώ και την ανάγκη βιωσιμότητας της γλώσσας μας, να μην ξεχαστεί η ομορφιά που έχει η ντοπιολαλιά.

Μου έκανε εντύπωση η πολύ κατανοητή απόδοση του Ηπειρώτικου γλωσσικού ιδιώματος στο κείμενο, το οποίο δεν με κούρασε καθόλου, ούτε με ζόρισε. Ήταν δύσκολο να το πετύχετε;

Χαρούλα ΒερίγουΧ.Β.Μπ.: Τα πρώτα ακούσματα με είχαν ξαφνιάσει απίστευτα πολύ. Η ίδια, δεν μιλούσα ούτε στη ντοπιολαλιά του δικού μου τόπου, της Κρήτης εν προκειμένω. Οι γονείς και το συγγενικό περιβάλλον του συντρόφου μου ήταν εκείνοι που χρησιμοποιούσαν το τοπικό ιδίωμα της γλώσσας, ιδίως τα μεγαλύτερης ηλικίας άτομα. Στην αρχή είχα ανάγκη να κατανοήσω τι μού έλεγαν για λόγους επικοινωνίας, γι’ αυτό ήμουν όλο απορίες. Σημείωνα τις λέξεις ως να επρόκειτο για άσκηση. Με τον καιρό είχε αρχίσει να αποκτά περισσότερο ενδιαφέρον. Μα δεν ήταν μόνο που έγραφα και μάθαινα τις «άγνωστες λέξεις». Ίσως τελικά να είναι η βαθιά αγάπη και ο σεβασμός στη γλώσσα μας και στους πολύτιμους θησαυρούς που ανακαλύπτουμε στα ιδιώματα της. Άκουσα κουβέντες πολλές, τραγούδια και μοιρολόγια, ιστορίες που ξέθαβαν από τον παλιό ασβέστη του καιρού και τις ξανάφερναν στο φως με όλη την ένταση και την οδύνη τους. Αφέθηκα στα ακούσματα. Μού μιλούσε και ο τόπος με τον τρόπο του. Μού άρεσε. Φυσικά αναζήτησα και μέσα από τη λογοτεχνία κείμενα που αφορούν στην Ήπειρο. Ενθουσιάστηκα με όσα ανακάλυψα. Στις δυσκολίες ρωτούσα πάντα τον πιο κοντινό, τον σύντροφο μου ο οποίος κατάγεται από τον Τσαμαντά, πέρασε την πρώτη παιδική ηλικία στα καταράχια της Μουργκάνας  και τα γυμνασιακά χρόνια στους Φιλιάτες. Δεν ξέρω αν  πέτυχα να αποδώσω σωστά το γλωσσικό ιδίωμα. Αυτό ας το κρίνουν οι αναγνώστες. Πάντως ήταν μεγάλη πρόκληση και το έκανα με όση ευθύνη μπορούσα να σηκώσω ως προς το ρίσκο μου αυτό και με πολλή αγάπη.

Η πεζογραφία και η ποίηση είναι διαφορετικά είδη λογοτεχνίας, όμως τα καταφέρνετε εξαιρετικά και στα δύο. Προτιμάτε κάποιο από τα δύο λίγο περισσότερο;

Χ.Β.Μπ.: Σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια. Αγαπώ την πεζογραφία, ιδιαίτερα όταν φέρνει στο φως αληθινές ιστορίες. Τότε μιλάει η επιταγή της ψυχής. Επιστρέφω όμως συνειδητά από μεγαλύτερη εσωτερική ανάγκη στην Ποίηση. Στην Κέρκυρα, η Ζωή Δικταίου καταθέτει ως δόκιμη της Ποίησης την ευγνωμοσύνη της στο Ιόνιο Φως και στη βροχή. Επιστρέφω στην Ποίηση γιατί φέρει την κάθαρση, τη λύτρωση κατά κάποιον τρόπο, ίσως και επειδή ανοίγει τον δρόμο του οικουμενικού ανθρώπου στο φως.

Υπάρχει συγκεκριμένη ψυχική διάθεση που προηγείται της συγγραφής ποιήματος ή πεζογραφήματος; Γνωρίζετε από πριν τι από τα δύο θα προκύψει ή πιάνετε “το μολύβι” και αφήνετε τον εαυτό σας ελεύθερο να γράψει ότι νιώθει, αδιαφορώντας αν θα προκύψει ποίημα ή μυθιστόρημα;

Χ.Β.Μπ.: Ένα είναι βέβαιο, δεν γράφω από ευτυχία. Συνήθως όταν πιέζεται η σκέψη και η ψυχή μου, τότε αντιδρώ, αισθάνομαι την ανάγκη να γυρίσω πίσω από τον καιρό να ξαναφορέσω την αθωότητα κατάσαρκα και να γράψω. Μου αρέσει η βροχή. Η βροχή είναι μοναδική εμπειρία και αποτελεί για εμένα την ιδανικότερη πηγή έμπνευσης. Τότε ανοίγει η δεξαμενή του νου και ό, τι υπάρχει εκεί βρίσκει τρόπο να κυλήσει, με το δάκρυ, με το νερό, με το παράπονο για να φτάσει αύριο εκεί που γέρνουν οι ψυχές, εκεί που ακόμη είναι χτες και να ανακαλύψει την αρχαιότερη γεύση ζωής, την αλμύρα.

Πιστεύω πως τα βιβλία γράφονται κυρίως από ανθρώπους μοναχικούς, καμιά φορά από εκείνους που όσο κι αν προσπάθησαν δεν κατάφεραν ποτέ να γίνουν ευτυχισμένοι ή τουλάχιστον τόσο,  όσο ονειρεύτηκαν. Πάντα κάτι λείπει. Γράφονται και από εκείνους που άλλα η μοίρα τους έταξε και άλλα η ζωή τους έφερε, από εκείνους που ζουν για το «εμείς»  και έχουν πάντα αξόφλητα χρέη.

     Γνωρίζει η ψυχή με τι καταπιάνεται κάθε φορά. Αντλεί από τους ταμιευτήρες της σκέψης, της μνήμης, της εμπειρίας, της παρατήρησης, της ανάμνησης.

Η ίδια η ζωή και οι ρόλοι που μοιράζει καθημερινά είναι ανοικτή πρόκληση. Με γοητεύουν φεγγάρια, γιασεμιά, κιτρινισμένα χαρτάκια της θύμησης, ανθρώπινα συναισθήματα, βλέμματα, δακρυσμένα μάτια, έρημοι δρόμοι, ακρογιάλια, βουνά, φθινοπωρινά φύλλα, όσο και τα ξεφτισμένα αποκόμματα από τις δαντέλες του παλιού καιρού. Πιστεύω στην αγάπη. Η αγάπη είναι Θεός. Με εμπνέει η αγάπη, η προσήλωση, η αφοσίωση, η ευαισθησία, η τιμή και το κάλλος της αγάπης.

Κλείνοντας και αφού σας ευχαριστήσω για το χρόνο που μας αφιερώσατε, θα θέλατε να ευχηθείτε κάτι στους αναγνώστες μας;

Χ.Β.Μπ.: Ελάτε, με αφορμή ένα βιβλίο, να χτίσουμε μια καινούργια γέφυρα, να θυμηθούμε την αξία της κουλτούρας του λόγου, να μιλήσουμε, γιατί και έτσι μπορεί να μεταδώσουμε το καλό, γιατί και έτσι μπορούμε να επικοινωνούμε με αξιώσεις ανθρωπιάς, αφού μια ζωή αόρατη η ζωή της ψυχής καταφέρνει να είναι πολύ ισχυρή και έχει τη δύναμη να επιδράσει, ακόμη κι αν μας χωρίζουν βουνά, θάλασσες, χρόνια, χιλιόμετρα. Οι σελίδες ενός βιβλίου μπορούν να μας ενώσουν. Τα βιβλία είναι για να ταξιδεύουν και για να μας ταξιδεύουν. Επιμένω πως η λογοτεχνία, μπορεί να εκφράσει ορισμένα μοναδικά πράγματα. Είναι το μέσον που έχει την δύναμη να διευρύνει νου και καρδιά, να μας οδηγήσει στην εναντίωση στα στερεότυπα, στις προκαταλήψεις, στα δήθεν, να στρέψει το ενδιαφέρον μας σε αξίες ξεχασμένες. Ένα βιβλίο ανοίγει δρόμους γνώσης, συγκίνησης, μνήμης και συμμετοχής σε ό, τι αφορά την ανθρώπινη δραστηριότητα.

Τριαντάφυλλα ν’ απλώνει η καρδιά, τριαντάφυλλα!

Επεξεργασία εικόνας: Χριστίνα Πολυχρονιάδου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here