Γράφει η Ιώ Δαλακάκη

Τα «Ερωτικά της αιφνίδιας ‘χημείας’», αυτή η συλλογή διηγημάτων, είναι στην πραγματικότητα μια συλλογή προσωπικών βιωμάτων, τόσο δικών μου όσο και ορισμένων που εκμυστηρεύθηκαν φίλες μου, των οποίων την ταυτότητα φυσικά κράτησα κάτω από το πέπλο της ανωνυμίας (αυτής της ανωνυμίας που εξασφαλίζει την αλήθεια και την ειλικρίνεια). Τα προσωπικά βιώματα του πνευματικού συντρόφου μου και φίλου, Δημήτρη Ηλιόπουλου, πλούτισαν τη συλλογή αυτή με τρόπο πολύτιμο.

Για το «Εργαζόμενη»: Είναι αλήθεια ότι κάποτε, μέσα σ’ ένα ξενοδοχείο της Κοπεγχάγης, ένας άνετος κοσμοπολίτης με κρυστάλλινο βλέμμα και αριστοκρατική σκέψη έστρωσε έναν διάδρομο με πέταλα, για να οδηγήσει μέχρι το κρεβάτι μια πρώην συμφοιτήτριά μου, που δούλευε part-time εκεί. Όταν την συνάντησα μια βδομάδα μετά από την εμπειρία της αυτή, μου είπε χαρακτηριστικά: «Με τα πέταλα άγγιξε πανέμορφα πρώτα την ψυχή μου, χωρίς να με ρωτήσει, και ύστερα του άναψα ‘πράσινο φως’, σιωπηλά, μόνο με τις κινήσεις μου, για να αγγίξει με τα ίδια πέταλα το σώμα μου.»

Ερωτικά της αιφνίδιας ‘χημείας’Για το «Εξειδικευμένο»: Είναι αλήθεια ότι κάποτε, μια λειτουργός της Δικαιοσύνης ερωτεύτηκε την κρυστάλλινη ευφυΐα ενός υφισταμένου της, ανακριτικού υπαλλήλου μιας δημόσιας υπηρεσίας, και γι’ αυτό αποφάσισε να του εμπιστευθεί τη θηλυκότητά της. (Δεν μου επιτρέπεται να πω από πού την ξέρω, ούτε ποιας υπηρεσίας ήταν ο υπάλληλος. Ορκίστηκα για απόλυτη εχεμύθεια.) «Με ανάγκασαν να σπουδάσω Νομική. Έγινα δικαστικός αρχικά, λίγο από την ανάγκη της εξασφάλισης, λίγο στην τύχη, και κυρίως χάρη στην ικανότητά μου να περνάω εξετάσεις. Όμως, μόλις τον γνώρισα, και είδα πόσο ευφυή άτομα τυχαίνει να υπάρχουν στο σύστημα της Δικαιοσύνης και το τιμούν με τις υπηρεσίες τους, χάρηκα κι εγώ που την υπηρετούσα. Θέλησα να φέρω την ευφυΐα του πιο κοντά μου. Θέλησα να την κλείσω για πάντα μέσα μου, για να με συντροφεύει, ακόμη κι όταν θα βρισκόμασταν να υπηρετούμε σε διαφορετικά μέρη, ακόμη κι αν δεν ξαναβλεπόμασταν ποτέ. Ο μόνος τρόπος για να το πετύχω αυτό ήταν να του εμπιστευθώ την θηλυκότητά μου», μου είπε όταν μου διηγήθηκε την ιστορία της, η οποία ήταν ένα σύντομο, αλλά καταπληκτικό διανοητικό ταξίδι και μια γλυκιά πνευματική περιπέτεια, που έζησε πλαισίωνε τον σωματικό της έρωτα με τον συγκεκριμένο άντρα.

Για το «10%»: Είναι αλήθεια ότι μια φίλη μου, λίγο μεγαλύτερη από μένα, που δίδασκε σε πανεπιστήμιο, έχτισε με έναν συνεργάτη της, έναν κρυφό κόσμο (μια σχέση μυστική και παράλληλη), χωρίς να καταστρέψει την οικογένειά της. «Ήθελα και θέλω να είμαι με τον ‘νόμιμο’ άντρα μου και τις κόρες μου, αλλά αυτά καλύπτουν μόνο το 90% του Είναι μου. Το υπόλοιπο 10% έμενε ακάλυπτο κι είχα ανάγκη να το καλύψω διακριτικά με κάποιον άλλον. Αν ποτέ τύχει να μάθω, ότι κι ο άντρας μου καλύπτει το δικό του 10% με κάποια άλλη, δεν θα στεναχωρηθώ καθόλου, αν το κάνει εξίσου διακριτικά και δεν διαλύσει την οικογένειά μας. Τέτοια άτομα είναι συμπληρωματικοί σύντροφοι και όχι εραστές και δεν βλάπτουν κανέναν γάμο.» Με τα λόγια αυτά, έκλεισε την διήγηση της δικής της ιστορίας.

Για το περιβόητο «Μυημένη»: Είναι κάτι μου εκμυστηρεύτηκε η ίδια φίλη μου. Ναι, μου είπε ξεκάθαρα ότι έβαλε τον κρυφό και συμπληρωματικό της σύντροφο, να εκπροσωπήσει απέναντι στην υπερευαίσθητη και υπερ-απαιτητική κόρη της την ιδανική πλευρά του ανδρικού φύλου, και να την μυήσει έτσι στην «πρότυπη ερωτική συναναστροφή». «Γιατί όχι; Πού είναι το κακό; Όπως μια μητέρα μπορεί να συστήνει στην κόρη της ιδανικές φίλες, έτσι μπορεί να της συστήνει και ιδανικούς εκπροσώπους του ανδρικού φύλου, τους οποίους έχει γνωρίσει πρώτη και είναι έτσι σίγουρη γι’ αυτούς. Εύχομαι να ωριμάσει η κοινωνία αρκετά γρήγορα και να τα καταλάβει όλα αυτά. Αυτό θα είναι ένα βήμα της πιο κοντά προς τον χαμένο της παράδεισο», μου είπε.

Για το «Μέθεξη»: Μια μεταπτυχιακή μου φοιτήτρια μου εκμυστηρεύτηκε μια σύντομη σχέση που είχε κάποτε με το νεαρό διδάσκοντα που επέβλεπε την πτυχιακή διατριβή της. «Προστάτεψε την γαλήνη μου, μου χάρισε ασφάλεια, θαύμασα το πνεύμα του. Κι εγώ με τη σειρά μου, παραμέρισα κάθε τεχνητό εγωισμό, του ανταπέδωσε τρυφερότητα, του επέτρεψα να γνωρίσει από κοντά τα δώρα που μου έδωσε η φύση». Τόσο επιγραμματικά μου είπε το πώς σκέφτηκε, όταν ήταν μαζί του.

Ιώ ΔαλακάκηΤέλος, για το «Τυχαίο»: Ήταν μια ιστορία που μου διηγήθηκε ο Δημήτρης. Μου είπε μόνο ότι την έζησε όχι στη Θεσσαλονίκη, αλλά στην Βιέννη, με μια αυστριακή που γνώρισε τυχαία εκεί και ήταν δεκατέσσερα χρόνια μεγαλύτερή του (εκείνος τότε εικοσιπέντε κι εκείνη τριανταεννιά). Απλώς, προτίμησε να βάλει τη Θεσσαλονίκη ως σκηνικό, επειδή θεωρούσε ότι αν ζούσε αυτήν την ιστορία εκεί, θα ήταν πιο… εμπλουτισμένη. Ο Δημήτρης γενικά δίνει μεγάλη σημασία στους τόπους. Γι’ αυτόν, ο τόπος δεν είναι χώρος, είναι συναίσθημα.

Με τον Δημήτρη συζητούσαμε εδώ και πολύ καιρό αυτές τις ιστορίες, των οποίων πηγή έμπνευσης ήταν τα συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα. Αναρωτηθήκαμε, γιατί τις θεωρούμε τόσο σημαντικές και τις θυμόμαστε τόσο συχνά. Τελικά, βρήκαμε ότι είχαν τα εξής χαρακτηριστικά που τις ξεχώριζαν:

– το «Εργαζόμενη» την επινοητικότητα,

– το «Εξειδικευμένο» την ευφυΐα,

– το «10%» την ελευθερία,

– το «Μυημένη» την προστασία,

– το «Μέθεξη» τον ενθουσιασμό και

– το «Τυχαίο» τον υπαρξιακό κοσμοπολιτισμό (αν είναι εύστοχος ένας τέτοιος όρος).

Αυτές ήταν οι έξι διαφορετικές αφηρημένες ιδέες που πήραν σάρκα και οστά μέσα από αυτές τις έξι συγκεκριμένες αληθινές ερωτικές ιστορίες.

Η κοινή ιδέα, ωστόσο, που υπάρχει πίσω απ’ όλες και λειτούργησε ως κινητήρια δύναμη του έρωτα, και τις ενώνει σε μια ενιαία συλλογή διηγημάτων, είναι η εμπιστοσύνη (αυτό που λέμε «χημεία») και ο αιφνίδιος και γνήσιος τρόπος που αυτή εμφανίζεται και ενώνει άγνωστους ανθρώπους μεταξύ τους.

Γιατί τα γράψαμε τώρα; Επειδή τώρα καταφέραμε να συνειδητοποιήσουμε, μετά από πολλές συζητήσεις μας, ότι οι παραπάνω ιδέες είναι οι πιο κεντρικές σε αυτές τις ιστορίες και να κατασταλάξουμε σε αυτές, ώστε να τονίσουμε μέσα στα κείμενα τις κατάλληλες «κινηματογραφικές» και ψυχολογικές λεπτομέρειες. Αυτό είναι κάτι κοινό που έχουμε εγώ κι ο Δημήτρης: την τάση για λεπτομερειακές περιγραφές.

 

Απάντηση