Γράφει ο Άγγελος Μητσόπουλος

Το διήγημα Θέλω να πεθάνω στην Σαντορίνη είναι ένα βιβλίο που μιλάει για την κρίση, την τελευταία πενταετία περίπου.

Εμπνεύστηκα τους χαρακτήρες από γεγονότα που συμβαίνουν στην καθημερινή μου περιπλάνηση στην πόλη όπου διαμένω,  αλλά και σε διάφορες περιοχές της χώρας, που επισκέπτομαι. Αναμένεται να κυκλοφορήσει στα μέσα του δεύτερου εξαμήνου του 2018 με ένα “είδος” αυτοέκδοσης, λίγο διαφορετικό από τα συνηθισμένα.

Ένα διήγημα για την κρίση. Όχι μόνον την οικονομική, αλλά και την κρίση αξιών, πολιτισμού καθώς και την διφορούμενη κρίση των σχέσεων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αδικία που κυριαρχεί στην κοινωνία, είτε αυτή προκύπτει από την –απαίδευτη- κατοχή εξουσίας, είτε από τον υπέρμετρο εγωισμό σε συνδυασμό με τον φθόνο.

Το σημείο αναφοράς είναι ο τίτλος του βιβλίου, αλλά διαβάζοντάς το, δένει αρμονικά με την σκέψη, όπως το αεράκι, τα καλοκαιρινά ηλιόλουστα μεσημέρια στην άκρη της παραλίας που μας παθιάζει, για να συνεχίσουμε την ζωή!

Θέλω να πεθάνω στην ΣαντορίνηΑνεργία διαρκείας, ανεκπλήρωτα όνειρα και μία περίεργη αυτοκτονία συνθέτουν το αθέατο σκηνικό, της κρίσης. Κάποια πανάρχαια ερωτήματα δεν έχουν απαντηθεί, απλά δίνουμε μία εξήγηση για να ικανοποιήσουμε το υπέρμετρο εγώ μας. Και κάποια άλλα ερωτήματα δεν έχουν καμία σημασία ακόμη κι αν απαντηθούν.

«Αλήθεια, αυτό το συγχαρητήρια που λένε στους αρραβώνες, είναι συνώνυμο ή αντώνυμο του συλλυπητήρια;» Πρωταγωνιστής είναι ο Τώνης, ένας ονειροπόλος τριαντάρης που δεν πουλάει τα όνειρά του με όποιο κόστος κι αν αυτό συνεπάγεται. Βρίσκεται αντιμέτωπος με την αδικία στην κοινωνία και την αγωνία για δημιουργία. Μοναδικό του όπλο, το πινέλο. Για πόσο όμως; Συμπρωταγωνίστριά του είναι η Άντρια. Μία ευφυής γυναίκα είκοσι επτά ετών, η οποία ακόμη και στη βαθιά κρίση ανακαλύπτει τρόπους, ώστε να έχει μια αξιοπρεπή ζωή.

Ποιο είναι το μυστικό της επιτυχίας;
Και, τι χρώμα έχει το σκοτάδι;

Πλέον εδώ που φτάσαμε δεν έχει γυρισμό. Η ζωή είναι κοινή για όλους, όπως η γη, αλλά πως θα περπατήσει ο καθένας είναι τελείως διαφορετικό.

Κάθε μέρα και για πολλές ώρες, δουλεύω σαν είλωτας για μισθό κατώτερο των τετρακοσίων ευρώ. Μάλλον πιο εύκολα κερδίζεις στην ξυστή τύχη πεντακόσια ευρώ, παρά τα παίρνεις από δουλειά, τη σήμερον ημέρα. Σαπισμένοι πενηντάρηδες, κακομαθημένοι νέοι που δεν έχουν γνωρίσει ποτέ τι θα πει δουλειά στη ζωή τους. Σε προσλαμβάνουν να δουλέψεις στην επιχείρηση που κληρονόμησαν και σου βγάζουν το λάδι για να πάρεις αυτό που θεωρούν μισθό.

Πολλές φορές, η εργασία γίνεται χωρίς ένσημα κάτω από σκληρές συνθήκες με περισσότερες ώρες εργασίας απ’ αυτές που έχουν συμφωνηθεί. Αν μιλήσεις για ένσημα τότε θα παραμείνεις άνεργος ενώ αν πεις ότι δεν θα καθίσεις μία ώρα παραπάνω στη δουλειά θα πας σπίτι σου.

Άπειρες εργατοώρες, να δουλεύεις ασταμάτητα για να γεμίζει το ταμείο της επιχείρησης με χιλιάδες ευρώ σε μια μέρα, σε μερικές ώρες για την ακρίβεια. Και να ξέρεις ότι όλα αυτά τα χρήματα που βγάζεις είτε σαν πωλητής, είτε σαν εργάτης, πηγαίνουν στην τσέπη του σαπισμένου πενηντάρη και εσύ θα πάρεις τετρακόσια ευρώ το μήνα. Μιλάμε για τρελό χρήμα.

Ναι ξέρω, θα μου πει κάποιος πως οι επιχειρήσεις είναι για τα αφεντικά. Όταν όμως βγάζεις σε μια μέρα οκτώ ή και παραπάνω χιλιάρικα εκ των οποίων τα μισά είναι χωρίς αποδείξεις, δεν μπορείς να δίνεις στον υπάλληλο μόνο τετρακόσια ευρώ το μήνα.  Να του δώσεις τουλάχιστον εφτακόσια ή οκτακόσια για να μην πω παραπάνω.

Δεν είναι δυνατόν να κρατάς μαγαζιά ή να ξεσκίζεσαι σε εργοστάσια άλλων, τα ταμεία τους να γεμίζουν χιλιάδες ευρώ καθημερινά και οι ιδιοκτήτες να πηγαίνουν διακοπές στην Μύκονο κάθε τρεις και λίγο. Κι εσύ να λιώνεις στην επιχείρησή τους για να πάρεις μισθό τριακόσια ή στην καλύτερη περίπτωση τετρακόσια ευρώ.

Κρίση; Που είναι η κρίση; Ποιος χάνει από την κρίση; Πόσοι χάνονται από τις επιπτώσεις της κρίσης;

(απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here