Γράφει ο Γεράσιμος Θεοδόσης

Ο Γεράσιμος Θεοδόσης είναι διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης – συγγραφέας. Μοιράζεται μαζί μας κάποιους προβληματισμούς για το τι είναι τέχνη.

Τι είναι τέχνη;

Ίσως ένα από τα δυσκολότερα ερωτήματα που άφησε αναπάντητα ο αιώνας που πέρασε. Όσο καιρό η τέχνη εθεωρείτο «απο-μίμηση» της φύσης ή ως ανθρώπινη προσπάθεια προσέγγισης του ωραίου, όλα έβαιναν καλώς. Όταν όμως κάποιοι Γερμανοί φιλόσοφοι, με πρώτο και καλύτερο τον Χέγκελ και τις γνωστές παραδόσεις του περί Αισθητικής, άρχισαν να ζητούν από την τέχνη την αποκάλυψη της αλήθειας, τα πράγματα δυσκόλεψαν.

H τέχνη δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να αποτελέσει απο-μίμηση της φύσης, δήλωνε ο Σοπενχάουερ, αφού την ξεπερνά. Ο Νίτσε, δε, έβλεπε στην τέχνη την οριστική αποδοχή, ευλογία και θεοποίηση της ανθρώπινης ύπαρξης· θεωρούσε την τέχνη ξελογιάστρα και ελιξίριο ζωής. Από τότε οι ορισμοί της τέχνης δίνουν και παίρνουν. Δεν υπήρξε καλλιτέχνης που να μην έχει έναν δικό του ορισμό της τέχνης. Υπάρχουν, λοιπόν, τόσοι ορισμοί όσο και καλλιτέχνες. Το λιγότερο.

Είναι γεγονός πάντως ότι η τέχνη εξελίσσεται τόσο γρήγορα, ώστε συχνά είμαστε αναγκασμένοι να αποδεχθούμε μορφές της, για τις οποίες δεν έχουμε προλάβει καν να δημιουργήσουμε έννοιες.

Πέραν τούτου, κάτι που σήμερα προκαλεί την οργή ή το γέλιο, αύριο ενδεχομένως να αποκαλείται αριστούργημα και να θαυμάζεται από εκατομμύρια ανθρώπους. H ιστορία της τέχνης είναι γεμάτη τέτοια περιστατικά.

Ας θυμηθούμε τα έργα των Ντεγκά, Μανέ, Μονέ, Ρενουάρ, που η κριτική της εποχής τους τα χαρακτήρισε «ιμπρεσιονιστικά», μια έννοια που σήμερα αποτελεί σταθμό στην ιστορία της τέχνης, ενώ τότε εθεωρείτο «βρισιά».

Με τα χρόνια φαίνεται πάντως πως οι καλλιτέχνες κουράστηκαν· κατάλαβαν ότι με το να προσπαθούν να ορίσουν την τέχνη, μοιάζουν με τους χωρικούς του μεσαιωνικού παραμυθιού που ήθελαν να γεμίσουν τον ήλιο σε σακιά. H αλήθεια είναι ότι κατέληξαν να ασχολούνται με κάτι διαφορετικό από το καλλιτεχνίζειν, δηλαδή το φιλοσοφείν. Άφησαν, λοιπόν, αυτή την επίπονη δουλειά στους ειδικούς, τους φιλοσόφους, και έπαυσαν να απαιτούν αναγνώριση για το έργο τους, αμφισβητώντας ακόμη και τον ίδιο τους τον εαυτό.

Με αυτό το σκεπτικό, από τον Μεσοπόλεμο και έπειτα, οι καλλιτέχνες δηλώνουν ότι το κάθε αντικείμενο αξίζει να γίνει τέχνη· με το που το κοιτάζει κανείς γίνεται έργο τέχνης. Ήγουν, το καθετί μπορεί να είναι τέχνη και ο καθένας μας καλλιτέχνης. Γιατί, λοιπόν, να επιμένουμε να ορίσουμε «τι είναι τέχνη»;

Τι θα κερδίσουμε; Δεν είναι καλύτερα να εμμένουμε στην όποια θέση έχουμε ή δεν έχουμε και να υπολογίζουμε ότι ακόμη και αυτοί που συμφωνούν μαζί μας, είναι πολύ πιθανόν να μη μας καταλαβαίνουν;

Αν εγώ, για παράδειγμα, σας έλεγα ότι «η τέχνη είναι η φωτιά που κάνει το μηδέν στάχτη», πολύ πιθανόν να μου λέγατε ότι σας αρέσει ο ορισμός μου.

Θα τον καταλαβαίνατε όμως;

 Επεξεργασία εικόνας: Παναγιώτα Γκουτζουρέλα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here