έρωτες

Παρατηρητής των πάντων, ας μοιραστώ μαζί σας μια ιστορία καθημερινής τρέλας… Καλοκαιράκι γαρ!Ποιος είναι πάλι τούτος; Από φωτό σκίζει! Λίγο μεγαλούτσικος μοιάζει, αλλά οκέι, ας μην τον απορρίψουμε τον άνθρωπο πριν τον δοκιμάσουμε. Εξάλλου, στην ηλικία θα κολλήσουμε; Μπορεί ο άνθρωπος να έχει κάτι να μας διδάξει. Κάτι μπορεί να μάθουμε για τη ζωή.
Ωραίο ντύσιμο, στητό κορμί, ούτε κοιλιές ούτε πατσές (εκ του πατσά), τζινάκι, κολλαριστό πουκαμισάκι, καλοσιδερωμένο σακάκι, σκούρο γυαλάκι, εξαιρετίκ! Κόκκινα καστόρ παπούτσια; Πού πα’, ρε βλάχο;

Για να δούμε πληροφορίες: δεν έχει χρονολογία γέννησης, ύποπτο, ύποπτο! 10 Αυγούστου; Λέων. Μμμ… Καλά… Εγωισμός και έπαρση στο φουλ! Α, μάλιστα: ιδιοκτήτης φροντιστηριακού οργανισμού. Χρήμα δηλαδή. Μας έπεισες!
Παντρεμένος-ανύπαντρος, δε λέει. Σιγά μην έλεγε!
Συντοπίτης. Κατάλαβα…

Για να δω χρονολόγιο. Α, η φάτσα του και μόνον αυτή, σε διάφορα μέρη, εντός, εκτός και επί τα αυτά. Φιγουρατζής.
Κάτι καλημέρες, κάτι άρθρα για πολιτική και ποδόσφαιρο και μάθηση, ευρύ πνεύμα, φτού σου, παλλικάρι μου!
Αποδοχή και βλέπουμε.

«Καλημέρα, Μαρία. Σ’ ευχαριστώ για την αποδοχή». (μπλιαξ, τυπικούρα)

«Καλημέρα, Γιώργο. Σ’ ευχαριστώ για το αίτημα». (μπλιαξ και για μένα)

«Είσαι πολί ωρέα γυναίκα» (μα καλά; Με το καλημέρα σας;; Δεν θα τα πάμε καλά).

«Σ’ ευχαριστώ». (τυπικότατη, δεν μπορείς να πεις;)

«Οραία μάτια έχης». (συνεχίζει ο τύπος)

«Σ’ ευχαριστώ». (συνεχίζω κι εγώ)

«Κάτι τέτειες γυνέκες σαν εσένα μ αρέσουν». (σώωωπα!)

«Δεν νομίζω να μου έκανες αίτημα για να μου πεις αυτά». (προσπαθώ να σώσω την κατάσταση)

«Αφού είσε ωρέα, να μη στο πω;» (δεν σώζεται η κατάσταση)

«Σ’ ευχαρίστησα». (ξανά τυπική, μπας και το καταλάβει)

«Μόνο αυτό;» (δεν το κατάλαβε)

«Τι άλλο;» (σαν τι;)

«Εγώ δε σ αρέσω;» (Λέων είπαμε)

«Δεν μου αρέσει να μου κάνουν αίτημα και να μου την πέφτουν». (διευκρίνιση)

«Τι σ αρέση;» (το προφιτερόλ)

«Να με σέβονται».

«Μα σε σέβωμε!»

«Το είδα».

«Θες να δεις κι άλλα;» (τι λέει ο τύπος;;)

«Νομίζω δεν κατάλαβες. Αν σου αρέσει να κάνεις αίτημα φιλίας για να την πέφτεις σε γυναίκες, δεν είμαι εγώ αυτή που θα δεχτεί κάτι τέτοιο».

«Με παρεξύγεισες». (σοβαρά;;)

«Δεν νομίζω».

«Να βγούμε για καφέ να σου απωδοίξω ότι κάνης λάθως;» (τα βλέπω τα λάθη, τα βλέπω, έχεις και φροντιστηριακό οργανισμό, τρομάρα σου!)

«Δεν χρειάζομαι αποδείξεις».

«Εσύ χάνης». (μα πόσο γκάου είναι ο άνρθωπος;;)

«Όχι, ‘φίλε’ μου! Εσύ μόλις έχασες! Αυτά να πας να τα κάνεις εκεί που σε παίρνει! Στις τσουλάρες που συναναστρέφεσαι! Γιατί σίγουρα με τέτοιες κάνεις παρέα!»

«Τι είπες, μωρί; Τσούλα είσε και φέναισε!» Και με διέγραψε.

Πικράθηκα, έπεσα στα πατώματα και έκτοτε δεν ξανασηκώθηκα, αφήστε που το φέρω βαρέως γιατί ένας τέτοιος καλός κυριούλης με διάλεξε για φίλη κι εγώ η άτιμη τον παρεξήγησα, που να με κεράσει έναν καφέ ήθελε και να κάνουμε κουβεντούλα, που ο καημένος πολλές μοναξιές θα είχε, που είχε και χρήμα μπόλικο κι εγώ το περιφρόνησα, που θα με είχε βασίλισσα θα με είχε!

Δεν περνάνε κάτι μήνες, ξανά αίτημα! Μα καλά, δεν θυμάται πού τον φτύνουν; Κι επειδή τον λυπήθηκα τον άνθρωπο με τα υπέροχα κόκκινα καστόρι παπούτσια, με το κυριλέ ντυσιματάκι και την φάτσα που συμπαθείς μέχρι να αντιπαθήσεις το φέρσιμο, για να μην ξαναγίνει ρεζίλι, τον μπλόκαρα! Και το φέρω βαρέως, ψέματα να πω;

Αγάπη Ντόκα

Απάντηση