Όταν ένιωσε η καρδιά“…Μόλις που άκουγε την ανάσα του..
Κοντά του μερικές σκόρπιες,άγνωστες αντρικές φωνές που συζητούσαν έντονα στα γαλλικά,διακόπτοντας με τις λέξεις τους την σιωπή του…
Μάταια προσπάθησε να ανοίξει τα μάτια του. Ένας δυνατός πονοκέφαλος σαν ηλεκτροσόκ,άρχισε να απλώνεται σε όλοκληρο το κορμί.
Φάνταζε τόσο τρομακτικός ο πόνος..
Λες και έβγαινε μέσα απ’την καρδιά του.
-Πώς βρέθηκα εδώ??..σκέφτηκε σαστισμένος.
Μετά βίας άνοιξε το αριστερό του μάτι και το ελάχιστο φως που αντίκρισε, χάρισε μια στιγμή ελπίδας στην πληγωμένη ύπαρξη του.
Οι φωνές άρχισαν να τον πλησιάζουν..
Ένιωσε ένα χέρι να κολλάει κάτι κρύο
στο στήθος του..
Το σώμα του ήταν σίγουρα κακοποιημένο.. Μουδιασμένο από άκρη ως άκρη,
γεμάτο πληγές..
Κάποιος από την άγνωστη συντροφιά ακούμπησε απαλά το αριστερό του μπράτσο..
Μια βελόνα ένιωσε να τον διαπερνάει..
Η άγνωστη αυτή παρουσία άρχισε ήρεμα να του επαναλαμβάνει σε σπαστά αγγλικά.
-Χόσπιταλ μεσιέ…Χόσπιταλ..
-Σε νοσοκομείο είμαι..ψέλλισε αδύναμα καθώς ένιωθε τα χείλη του να καίνε και να πονάνε.
Στο μυαλό του τριγύριζαν εικόνες βίας. Ήταν λίγες στιγμές πριν.
Λιγο πριν λιποθυμήσει..
Τα πρόσωπα τους…τα θυμόταν..
-Μου επιτέθηκαν..ψιθύρισε με
όση δύναμη του είχε απομείνει..
..Έχασα τα…
Αναστατωμένες έμοιαζαν πλέον
οι σκέψεις.
Ο πόνος και η λογική μεταμορφώθηκαν
σε λέξεις ξανά..
-Τα χαρτιά μου..Δεν έπρεπε να τα χάσω.
Τα χαρτιά μου..
Ανήμπορος αφέθηκε στην φροντίδα που του παρείχαν οι νοσοκόμοι.
Οι άγνωστες αυτές φωνές είχαν αρχίσει να χάνονται..απροσδόκητα όπως ήρθαν. Ακούστηκε στο βάθος ξανά,η αδύναμη ανάσα του..
Το σκοτάδι που ένιωθε μεσ’την ψυχή,
είχε γίνει ήδη πραγματικότητα..
Το φως έσβησε..
Μία ακόμη αυλαία είχε πέσει…”

Απόσπασμα της νουβέλας
Όταν ένιωσε η καρδιά
Αλέξανδρος Κοντογιώργης ©

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here