Γράφει η Αναστασία Νεραϊδόνη

Το άρθρο αυτό ξεκίνησε με αφορμή μία απ’ τις απαντήσεις που μου παραχώρησε η Ευθυμία Δεσποτάκη στη συνέντευξή της. Στην ερώτησή μου αν προτιμά να γράφει σε κάποια αγαπημένη καφετέρια ή στον δικό της προσωπικό χώρο, αναφέρει συγκεκριμένα: «συγνώμη που θα σας χαλάσω το πρότυπο του μποέμ καλλιτέχνη, αλλά προτιμώ την άνεση της παντοφλίτσας μου…»

Ποιο είναι όμως αυτό το πρότυπο του μποέμ καλλιτέχνη και συγκεκριμένα του συγγραφέα; Πότε δημιουργήθηκε και ανταποκρίνεται στην σημερινή πραγματικότητα;

μποέμ Όταν γνωρίζουμε κάποιον που συστήνεται ως συγγραφέας, ακόμα κι αν ζούμε εδώ στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης, σχηματίζουμε συνήθως την εξής εικόνα:

Ο συγγραφέας διατηρεί ένα ακανόνιστο πρόγραμμα, χρειάζεται βαθιά μοναξιά για να εργαστεί, έχει δυσλειτουργικές προσωπικές σχέσεις (για παντρεμένος με παιδιά ούτε λόγος) και ουσιαστικά δεν ξέρει να κάνει τίποτα άλλο παρά να παράγει εξαιρετική πεζογραφία. Τα χρήματα είναι σπάνια, αλλά ο συγγραφέας πάντα καταφέρνει να ζει μόνος του. Ο σπιτονοικοκύρης είναι πάντα έξαλλος μαζί του, αλλά δεν πρόκειται ποτέ να φτάσει στην έξωση.

Το συγγραφικό διαμέρισμα σε αυτή τη φαντασίωση είναι γυμνό με μίνιμαλ διακόσμηση. Οι τοίχοι είναι άβαφοι σοβάδες ή αλλιώς η ταπετσαρία ξεφλουδίζει. Το σύστημα θερμοκρασίας είναι ελαττωματικό ή ανύπαρκτο. Υπάρχουν βιβλία στοιβαγμένα στο πάτωμα και για κάποιο λόγο πάντα μια βελούδινη πολυθρόνα-αντίκα σε εκτυφλωτικές αποχρώσεις.

μποέμ Ο συγγραφέας περνάει τις ώρες του σε καφετέριες με τεράστιους ξεφτισμένους καθρέφτες πίσω απ’ το μπαρ, επειδή οι καφετέριες θερμαίνονται, ενώ το διαμέρισμά του όχι. Κάνει ενδελεχή έρευνα στις βιβλιοθήκες που, για κάποιο λόγο, λειτουργούν τις απογευματινές ώρες. Αυτό το τελευταίο είναι από μόνο του ανέκδοτο, σε μια χώρα που όλες οι δημόσιες βιβλιοθήκες έχουν ωράριο δημοσίου. Χώρια που ο καφές στοιχίζει 3,50 ευρώ το ελάχιστο  οπότε σχεδόν κανένας γραφιάς δεν μπορεί να πάρει το laptop του ή το ιδιόχειρο σημειωματάριό του -για να ανταποκρινόμαστε πλήρως στην φαντασίωση- και να συντηρήσει καθημερινώς αυτή την εικόνα, καθώς δεν σας είπα το ακόμα καλύτερο: Το 97% των συγγραφέων έχουν μια 8ωρη βασική εργασία -γραφείου στην καλύτερη περίπτωση- για να βγάζουν τα έξοδά τους.

Οι συγγραφείς που σας συστήνονται στις παρουσιάσεις μπορεί να είναι  τραπεζικοί  υπάλληλοι, πωλητές καταστημάτων, εργάτες στον ιδιωτικό τομέα, τηλεφωνητές εταιρίας τηλεπικοινωνιών, δάσκαλοι, ιατρικό προσωπικό και στην καλύτερη περίπτωση εργάζονται με ωράριο 9-5 και έχουν μια Κυριακή ελεύθερη. Σε όλο αυτό δεν χωράει το πρότυπο του «ξοδεύω πάμπολλες ώρες σε μποέμ καφετέριες με την γραφομηχανή μου».

μποέμ Η αισθητική αυτής της φαντασίας καταψύχθηκε μόνιμα κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, στις πόλεις (και περιστασιακά στα παραλιακά θέρετρα κοντά στις πόλεις) της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο λόγος που ο τρόπος ζωής του μυθιστοριογράφου  έχει «παγώσει» σε μια τέτοια ιδιαίτερη εποχή και τόπο είναι  οι Αμερικανοί συγγραφείς του Μεσοπολέμου σαν τον E. Hemingway, τον F .S. Fitzgerald και τον J.Baldwin που μετακόμισαν στην Ευρώπη λόγω των φτηνών ενοικίων. Πέρα απ’ το εξαιρετικό έργο τους, κατάφεραν να ασκήσουν μαζική επιρροή στην  ιδέα της λογοτεχνίας και του λογοτέχνη.

Και φυσικά όλοι αυτοί είχαν την αμέριστη υποστήριξη και συμπαράσταση της Gertrude Stein. Μιας κοσμοπολίτισσας συγγραφέως, γόνο της πλούσιας και ισχυρής οικογένειας των Vanderbilt που έχτισαν την μισή Νέα Υόρκη. Η Stein χορήγησε και επηρέασε τρανταχτά ονόματα καλλιτεχνών του Μεσοπολέμου που διέμεναν στον Παρίσι εκείνη την εποχή και συμμετείχαν στα σουαρέ της, συμπεριλαμβανομένου του εκπληκτικού James Joyce και είναι από μόνη της ένα ξεχωριστό κεφάλαιο της λογοτεχνίας που θ’ αναλύσουμε σε άλλο άρθρο.

μποέμ Και γιατί εμείς εδώ, στην άλλη άκρη του πλανήτη, συνδεόμαστε με τα πρότυπα της  Αμερικάνικης λογοτεχνίας κι όχι τα Ευρωπαϊκά, θα μου πείτε; Διότι στην ιστορία μας, σαν λαός, θα παρατηρήσετε ότι έχουμε υιοθετήσει έθιμα, πρότυπα και τρόπο ζωής της Αμερικής του 1950 γενικότερα.

Μπα αποκλείεται, υπερβάλλω, θα σκεφτείτε. Κι όμως, δοκιμάστε να προφέρετε την λέξη συγγραφέας κι εξερευνήστε την εικόνα που σχηματίζεται αυτόματα στο μυαλό σας. Λίγο πολύ σαν σκηνές απ’ την ταινία του Woody Allen «Midnight in Paris» σωστά;

Αυτή η φαντασιακή εικόνα ήταν κάποτε η πραγματικότητα που αντιμετώπισαν οι Αμερικανοί συγγραφείς στην Ευρώπη μετά τον Α ‘Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι εύκολο να ξεχνάμε ότι ο Χέμινγουεϊ και τα υπόλοιπα τρανταχτά συγγραφικά ονόματα πήγαν στο Παρίσι επειδή το ενοίκιο ήταν φθηνότερο, καθώς ένας καταστροφικός πόλεμος είχε διαλύσει την Ευρωπαϊκή Ήπειρο.

Αυτοί οι συγγραφείς παρήγαγαν τόσο μεγάλο υλικό ο ένας για τον άλλο, στη μυθιστοριογραφία και στις επιστολές μεταξύ τους, που κατά λάθος αποκρυστάλλωσαν έναν συγκεκριμένο χρόνο και τόπο στην αμερικανική -και όχι μόνο- φαντασία ως την ουσία του τι μοιάζει με μια δημιουργική ζωή.

Αυτό δεν ήταν μόνο ένα περιβάλλον: ήταν μια ιδιαίτερη οικονομία. Όχι μόνο ήταν το ενοίκιο φθηνό, αλλά η εκτύπωση (εφημερίδες, περιοδικά) ήταν ακόμα ο βασιλιάς των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Ήταν δυνατό λοιπόν για μια σύντομη χρονική περίοδο, να ζωντανεύουν τα κομμάτια σε περιοδικά.

Ως αποτέλεσμα, η εικόνα της ζωής της γραφής που δημιουργήθηκε σε αυτή την περίοδο δεν περιλαμβάνει καθόλου οχτάωρες εργασίες. Κανείς δεν διδάσκει. Κανείς δεν είναι νοσοκόμα ή τραπεζίτης, ρεσεψιονίστ ή στρατιώτης. Οι συγγραφείς γράφουν και αυτό είναι. Είναι ελεύθεροι να έχουν περίεργο ωράριο, να ταξιδεύουν φτηνά με τον σιδηρόδρομο, να πίνουν περισσότερα από ό, τι πρέπει, και να εμπλέκονται υπερβολικά σε καταδικασμένες σχέσεις. Κανείς δεν χρειάζεται να σηκωθεί το πρωί…

Όσοι από μας είμαστε τυχεροί να δούμε τουλάχιστον ένα βιβλίο μας δημοσιευμένο, μένουμε συνήθως με την στυφή γεύση ότι κάπου έχουμε αποτύχει. Πού είναι όλη αυτή η λάμψη του ταξιδεύω και γράφω και ανταλλάσω απόψεις με άλλους συγγραφείς σε κοκτέιλ πάρτι; Γιατί δεν μου φτάνουν τα χρήματα να καταναλώνω αμέτρητες ώρες σε υπέροχα βιβλιοκαφέ γράφοντας, χωρίς να κοιτάω το ρολόι μου;

Αυτή η εκατό χρονών ψευδαίσθηση μας κάνει κακό. Δεν μας αφήνει κανένα μοντέλο να μπορέσουμε να ακολουθήσουμε όταν προσπαθούμε να ενσωματώσουμε την τέχνη με τη λειτουργική ζωή. Αυτή η περίοδος, όταν ένα άτομο μπορούσε να γράφει για περιοδικά κι εφημερίδες και να πληρώνεται καλά γι’ αυτό σαν το Γρηγόριο Ξενόπουλο, έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Η συντριπτική πλειοψηφία των μυθιστορημάτων γράφεται ανάμεσα στο ραντεβού με τον οδοντίατρο και το μαγείρεμα για να πάρεις ταπεράκι στη δουλειά την επόμενη μέρα. Στην βασική σου δουλειά δηλαδή που είναι κι αυτή που πληρώνει το φως, νερό, τηλέφωνο.

 Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει κανένας τρόπος ζωής του συγγραφέα. Ο τρόπος ζωής σας, αγαπητοί γραφιάδες, καθορίζεται από την όποια  βασική σας δουλειά.

μποέμ Ανεξάρτητα από το πόσο μοναχικοί ή ενδοσκοπικοί είστε ενώ γράφετε μυθιστορήματα, πιθανόν να ξοδεύετε πολλές ώρες κάθε εβδομάδα σε άλλη δουλειά ή στα μέσα μαζικής μεταφοράς ή να μεγαλώνετε παιδιά ή να προσπαθείτε να διατηρήσετε το σπίτι σας καθαρό. Ξοδεύω περισσότερο χρόνο στα λεωφορεία κάθε εβδομάδα από ό, τι ξοδεύω γράφοντας, και έχω γράψει δύο μυθιστορήματα.

Μήπως να απομυθοποιήσουμε την ιδέα του συγγραφέα που παρατηρεί  τα πάντα από μακριά, στέκεται στην άκρη του πάρτι με ένα ποτήρι τζιν, ποτέ δεν αποσυσκευάζει όλες τις βαλίτσες του ή ανανεώνει τη μίσθωσή του;

Οι περισσότεροι συγγραφείς είναι, στην πραγματικότητα, βαθιά ριζωμένοι στις κοινότητές τους, όπως οποιοσδήποτε άλλος. Κλείνουν ραντεβού στο ΙΚΑ και περιμένουν κανονικά τη σειρούλα τους στις δημόσιες υπηρεσίες. Συζητάνε με τον περιπτερά για τις καινούριες εκπαιδευτικές αλλαγές στα σχολεία και πώς θα επηρεάσουν τα παιδιά τους. Αλλά όλα αυτά μας μοιάζουν ξένα με το πρότυπο που έχουμε φτιάξει στο μυαλό μας.

Άραγε πώς μοιάζει  ο συγγραφέας που  ανήκει σε ένωση εργαζομένων στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης; Έχει άποψη για τα νέα φορολογικά μέτρα και τα οικονομικά σκάνδαλα που προκύπτουν στην δημοσιότητα; Συμμετέχει σε απεργίες και κινητοποιήσεις για τον τομέα του; Πώς θα σας φαινόταν να προωθήσουμε αυτή την εικόνα ως κεντρική ρίζα, να την αξιοποιήσουμε, να την αναγνωρίσουμε ως τον κανόνα;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here