Ρωτάει ο Aλέξανδρος Δαμουλιάνος

Πρωτοτυπούμε σήμερα. Ο συνεργάτης μας, ποιητής και συγγραφέας Αλέξανδρος Δαμουλιάνος, συζητά με τον δημοσιογράφο, πολιτικό και καθηγητή στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, κύριο Θοδωρή Ρουσόπουλο!

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι με τους οποίους μπορεί να μιλά κανείς για ώρα και να χάνει τελείως την αίσθηση του χρόνου, απλώς αφήνεται να μεθά από τον λόγο τους. Ένας από αυτούς τους ανθρώπους είναι ο κύριος Θοδωρής Ρουσόπουλος. Πολιτικός για μια οχταετία, δημοσιογράφος στο επάγγελμα, και τα τελευταία χρόνια καθηγητής στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Κύπρου. Βρέθηκα μαζί του και κάναμε μια χρήσιμη, θαρρώ, για όσους θελήσουν  να γίνουν κοινωνοί της, συζήτηση, όχι γύρω από πολιτικά θέματα, αλλά σχετικώς με σκέψεις ενός καθημερινού ατόμου.

Κύριε Ρουσόπουλε, σας ευχαριστώ από καρδιάς που δεχτήκατε να κάνουμε αυτή την, σίγουρα πολύ ενδιαφέρουσα, κουβέντα. Θα ήθελα να ξεκινήσουμε με μία ερώτηση γενικού, κάπως, περιεχομένου ώστε να καταλάβουμε πως αξιολογείτε την ζοφερή κατάσταση της χώρας –και δεν εννοώ από οικονομικής απόψεως-, και εάν πιστεύετε πως υπάρχει προοπτική ανάκαμψης, με λίγα λόγια αν υπάρχει ελπίδα. Λοιπόν:  

Θ.Ρ.: Όταν ήμουν στην εφηβεία διάβασα το περίφημο διήγημα του Αντώνη Σαμαράκη «Ζητείται Ελπίς». Με είχε τόσο επηρεάσει που έκανα μια εργασία στο σχολείο και ο καλός μου φιλόλογος, Βασίλης Ποζιός, ένας άνθρωπος που με καθόρισε με το ήθος και το παράδειγμά του, την επέλεξε για να διαβαστεί και να συζητηθεί στη τάξη.

Θοδωρής ΡουσόπουλοςΔεν θυμάμαι λεπτομέρειες από αυτά που είχα επισημάνει στην εργασία, αλλά θυμάμαι την χαρά που ένιωσα από την συζήτηση που αναπτύχθηκε μεταξύ των συμμαθητών μου, εξ αιτίας των προβληματισμών του κειμένου. Τότε νομίζω σκέφτηκα πως υπάρχει πάντα ελπίδα αρκεί να την αναζητήσουμε, όπως έγραψε ο αγαπημένος μου Αντώνης Σαμαράκης, με τον οποίον λίγο αργότερα όταν μπήκα στην δημοσιογραφία και έως το τέλος της ζωής του μας συνέδεε μια ωραία φιλία.

Μάλιστα διαπιστώσαμε πως είμαστε και συγγενείς από την Ελένη, την γυναίκα του και μακρινή μου εξαδέλφη. Όταν αναζητούσαμε την ελπίδα στα μεγάλα κινήματα και στις ωραίες ιδέες, δεν ξέραμε πως αυτό που εκκινεί τον κόσμο και τον συνεγείρει κρύβεται βαθιά μέσα μας. Άλλοι το λένε φλόγα, άλλοι θέληση για ζωή, εγώ θα το πω αγάπη. Η ελπίδα είναι αγάπη. Από εκεί ξεκινάνε και εκεί καταλήγουν όλα. Αυτήν την αγάπη την έχουμε μέσα μας πολλές φορές κοιμισμένη και δεν χρειάζεται παρά κάτι πολύ απλό καθημερινό, όμορφο ή δυσάρεστο για την ξυπνήσει και να απαντήσουμε στην μικρή αγγελία του διηγήματος του Αντώνη πως ναι βρε υπάρχει ελπίδα, ανοίξτε τα μάτια της ψυχής και θα την δείτε.

Ήδη ο Ξενοφών και ο Θουκυδίδης από πολύ νωρίς μας λένε υπό μορφή προειδοποίησης ότι η ιστορία κάνει και θα κάνει κύκλους. Πιστεύετε  ότι είναι εφικτό ένα σπάσιμο αυτής της αέναης κυκλικής τροχιάς των χιλιάδων ετών, δηλαδή είναι πιθανό να φύγει η ιστορία κάποια στιγμή οριστικώς προς τα εμπρός, και αν ναι, είναι στο χέρι του ανθρώπου αυτό;

Θ.Ρ.: Γιατί είστε τόσο βέβαιος πως αν αλλάξει αυτή η ροή τότε η ιστορία θα φύγει προς τα εμπρός και όχι προς τα πίσω; Εξαρτάται σε ποιο σημείο του κύκλου θα εκτροχιαστεί….

Δεν το λέω ως νεολογισμό για να εντυπωσιάσω, αλλά δείτε πως κάποια πράγματα στην Ευρώπη των ημερών μας αντί να πάνε προς τα εμπρός πάνε προς τα πίσω. Σε μεγάλες κεντροευρωπαϊκές χώρες αναβιώνουν φασιστικά κινήματα και αναδεικνύονται ηγέτες λαϊκιστές σε υψηλές θέσεις συμβολισμού. Το βλέπουμε και στην χώρα μας με άκρα και ακρότητες που κυριαρχούν συχνότερα πια και που εντάσσονται υπό προβιά στο σώμα του Κοινοβουλίου.

Νομίζω πως οι ευκλεείς πρόγονοί μας αναφερόμενοι στην κυκλικότητα ήθελαν πάντως να πουν το αναπόφευκτο. Ότι στην ζωή οι άνθρωποι που έρχονται θα κάνουν τα ίδια ή αντίστοιχα λάθη με τους ανθρώπους που φεύγουν και εκεί κάπου στα λάθη και στην επανάληψή τους ορίζουν την αέναη κυκλική κίνηση.

Θοδωρής ΡουσόπουλοςΤο ερώτημα είναι λοιπόν γιατί να θέλουμε να επαναλάβουμε τα ίδια λάθη; Μια απλή και πρόχειρη απάντηση είναι, διότι στην εγωτική προσέγγιση του παρόντος ο καθένας εξ αυτών που αναλαμβάνει θέση εξουσίας πιστεύει βαθιά και ακράδαντα –θα έλεγα αγνά, εάν αυτή η πίστη δεν εμπεριείχε στοιχείο άγνοιας πολλές φορές της πραγματικότητας και της ιστορικής εμπειρίας- πως αυτός μπορεί να επιτύχει εκεί όπου άλλοι απέτυχαν. Μην σπεύσουμε να το υποτιμήσουμε. Έχει μια ηρωική διάσταση αυτή η προσέγγιση του καθενός. Θέλει να κερδίσει όπου οι άλλοι έχασαν. Θέλει να διακριθεί, να επιτύχει το ακατόρθωτο να στήσει επιτέλους το λιθάρι στην κορυφή του βουνού και να μην γίνει ο Σίσυφος που αποτυγχάνει.

Εκείνο που όμως δεν καταλαβαίνουν όλοι αυτοί, νομίζω, είναι πως ο Σίσυφος ακόμη κι αν αποτυγχάνει να φτάσει στην κορυφή, πάντως επιτυγχάνει τουλάχιστον δύο πράγματα. Πρώτον να μην τα παρατάει, άρα να προσπαθεί συνέχεια και δεύτερον ίσως κυριότερο, να μην τον καταπλακώνει το λιθάρι. Οι επιμένοντες πολλές φορές ανοήτως στην επανάληψη της ιστορίας και των λαθών της δεν το κάνουν, όπως είπα, από αφέλεια, αλλά από μια αίσθηση εγωισμού πως μπορούν να διακριθούν και να κερδίσουν το στοίχημα που έχασαν άλλοι. Συχνά όμως καταλήγουν στις υπώρειες του λόφου με το λιθάρι να τους έχει καταπλακώσει. Μακραίνω την απάντησή μου, αλλά νομίζω πως η αληθής έννοια του κύκλου είναι αυτή της γνώσης και της αυτεπίγνωσης. Εάν απαντούσα μόνο με μία φράση στην ερώτηση, τότε θα έλεγα πως ναι, μπορούμε να φύγουμε μπροστά όταν η αληθής γνώση γίνει κομμάτι του είναι μας και εμπεριέχεται ως εμπειρική κατάσταση στα θέλω και τα μπορώ μας.

Τώρα, στην τέχνη διδασκαλίας, την οποία γνωρίζουμε πως υπηρετείτε με το ίδιο πάθος που δώσατε ολόκληρο τον εαυτό σας στην δημοσιογραφία και την πολιτική. Καταρχήν, συμφωνείτε πως και η διδασκαλία, ακόμη και σήμερα, αποτελεί μία τέχνη που είναι εξαιρετικώς επιλεκτική και που δεν βαπτίζει ευκόλως τον καθένα εκπαιδευτικό;

Θ.Ρ.: Είδατε πως αναφέρθηκα σε έναν φιλόλογό μου νωρίτερα, χωρίς να γνωρίζω ότι η επόμενη ερώτησή σας θα είχε σχέση με την διδασκαλία. Ο δάσκαλος εκείνος –και ευτυχώς δεν ήταν ο μόνος- μας έπαιρνε τα Σάββατα και μας πήγαινε στο θέατρο για να δούμε παραστάσεις που βοηθούσαν στον προβληματισμό μας και μας βελτίωναν ως ανθρώπους. Διαμόρφωνε χαρακτήρες και δεν καθοδηγούσε με στειρότητα, αυστηρότητα και απολυτότητα τις σκέψεις μας. Τις άφηνε να σχηματίζονται σιγά-σιγά και με πολύ πρακτικό καθημερινό τρόπο ώστε να μην υπερβούμε τις δυνάμεις της ηλικίας, θεωρώντας εαυτούς σπουδαιότερους από το πραγματικό «Είναι» μας, ούτε όμως και να καθηλωθούμε στην απολυτότητα που συνοδεύει την εφηβεία. Μας βοήθησε, μας ενέπνευσε, μας σπούδασε χωρίς να μας χειραγωγήσει.

Θοδωρής ΡουσόπουλοςΟ δάσκαλος που εγώ έχω στο μυαλό μου και το πρότυπο του οποίου προσπαθώ να υπηρετώ ως καθηγητής στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου σήμερα, στο Καποδιστριακό για δύο ακαδημαϊκές χρονιές που δίδαξα από το 1996 έως το 1998, στις ιδιωτικές σχολές δημοσιογραφίας που είχα την χαρά να κάνω μαθήματα και σεμινάρια από τα τέλη της δεκαετίας του -80 και στο Pepperdine University of California που δίνω διαλέξεις κάθε χρόνο, δεν είναι ένας φορέας γνώσης μόνον, δεν είναι μια ζωντανή εγκυκλοπαίδεια, ή μια ομιλούσα Google, είναι κυρίως αυτός που προσπαθεί να εμπνεύσει.

Στους φοιτητές μου συχνά βάζω υψηλούς βαθμούς και ενίοτε άριστα. Δεν θεωρώ πως το άριστα είναι μόνον για τον… θεό, όπως κάποτε έλεγαν οι καθηγητές της έδρας που αποτελούσαν φόβο και τρόμο για τους φοιτητές τους. Το άριστα είναι η ανθρώπινη πλευρά του καθηγητή, η προσέγγιση που θέλει να σου πει πως εάν προσπαθείς και ενδιαφέρεσαι, εάν συμμετέχεις και μαθαίνεις, εάν προβληματίζεσαι και συνεισφέρεις ώστε να γίνει ακόμη καλύτερος ο κόσμος και μέσα σ’ αυτόν ο καθηγητής σου, με τις παρατηρήσεις και τις ιδέες σου, τότε ναι, σου αξίζει άριστα.

Εάν κάποιος λοιπόν κατά την ταπεινή μου γνώμη μπορεί να ξεφύγει από αυτήν την στολή του καθηγητή που κακώς μας συνήθισαν να πιστεύουμε ότι πρέπει να φορά και να γίνει ένα με την τάξη στην οποίαν διδάσκει, όχι κατ’ ανάγκην φίλος, γιατί δεν είναι αυτός ο ρόλος του, ούτε κατ’ ανάγκην νέος γιατί δεν μπορεί, τότε υπηρετεί αυτήν την μορφή που εσείς ονομάζετε τέχνη, άλλοι ονομάζουν επιστήμη και εγώ δεν της δίνω όνομα γιατί την αγαπώ πολύ ώστε να την περιορίσω στα όρια μιας λέξης που ακόμη δεν μπόρεσα να εφεύρω.

Θεωρείτε πως η αναλογία μεταξύ εκείνων που τηρούν ευλαβική στάση απέναντι στην διδασκαλία και αυτών που την βεβηλώνουν είναι υπέρ των πρώτων ή των δεύτερων;

Θ.Ρ.: Μάλλον έχω απαντήσει αναλυτικά. Αν προσέθετα μια μόνο φράση θα έλεγα πως κάθε νεότερη γενιά είναι καλύτερη από την προηγούμενη. Πιστεύω πως η απάντηση είναι υπέρ των ευλαβούντων την διδασκαλία και εάν συμβαίνει το αντίθετο, παρακαλώ μην μου το πείτε…

Το Ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, οι παθογένειες του οποίου είναι πασίγνωστες και δεν χωρούν περαιτέρω κουβέντα, κατά την γνώμη σας προκείμενου να ιαθεί χρειάζεται αποφασιστικότητα, διαλλακτικότητα ή έναν συνδυασμό και των δύο, και με πρωτοβουλίες ποιανού, της πολιτικής, της κοινωνίας ή και των δύο μαζί;

Θ.Ρ.: Αχ… Εάν ήταν εύκολη η απάντηση θα ήταν εύκολη και η λύση. Κάθε λαός έχει τις ιδιαιτερότητές του, όμως υπάρχουν ήδη λαοί στην βόρεια Ευρώπη που ανέπτυξαν καλύτερες τεχνικές από τις δικές μας στην εκπαίδευση, που έκαναν τον μαθητή να νοιώθει καλά με το σχολείο και αρκετά χαρούμενος με το βιβλίο.

Πρωτίστως η αποφασιστικότητα των πολιτικών ηγεσιών θα έδινε ώθηση να βελτιωθούν τα πράγματα. Στην Φινλανδία, όπου έχω φίλους και παρακολουθώ το μεγάλωμα των παιδιών τους, διαπίστωσα πως το εκπαιδευτικό τους σύστημα είναι μακράν μπροστά των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Είναι θα πει κανείς ιδανικό για τους Φινλανδούς, αλλά θα ταίριαζε σε εμάς;

Επειδή κάθισα πολλές ώρες δίπλα στα παιδιά μου για να δω τα διαβάσματά τους, τολμώ να πω ότι είναι μεγάλο το πλήθος της στείρας γνώσης που τους ζητάμε να κουβαλήσουν στις πλάτες τους. Το μάθημα δεν έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ο τρόπος γραφής των βιβλίων, αν και σε μερικά βελτιωμένος από του παρελθόντος, ωστόσο παραμένει σύνθετος και αποκρουστικός. Ως γενική αρχή πάντως η άποψή μου είναι πως οι πολιτικές ηγεσίες οφείλουν να παίρνουν τις πρωτοβουλίες και να καθοδηγούν τα πράγματα.

Στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Κύπρου, πού θεωρείτε ότι διαφέρει το ενδιαφέρον των φοιτητών για την ίδια την εκπαιδευτική διαδικασία αλλά και γενικότερα η στάση τους απέναντι στους χώρους του δεύτερου σπιτιού τους, του πανεπιστημίου δηλαδή, σε σχέση με το μεράκι και τον σεβασμό που επιδεικνύουν οι Έλληνες σπουδαστές μετά την εισαγωγή τους στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα; Και, αν και είπα πως οι παθογένειες του εκπαιδευτικού μας συστήματος είναι ευρέως γνωστές, θα ήθελα να μας πείτε που και από πότε εντοπίζονται καθώς και από ποιο κομμάτι της κοινωνίας μας καλλιεργήθηκαν;

Θ.Ρ.: Νομίζω ότι ξεκίνησαν με την αλλαγή του νόμου το 1982, η οποία έμεινε γνωστή ως «νόμος πλαίσιο».

Θοδωρής ΡουσόπουλοςΗ κατ’ αρχήν ορθή προσέγγιση της κατάργησης της αυτοκρατορίας της Έδρας και του απόλυτου άρχοντα Καθηγητή, συνοδεύτηκε από λάθη που πληρώνουμε έως τώρα. Η ελευθερία και η συμμετοχική διαδικασία των φοιτητών, υπερβολική εξ αρχής, γρήγορα μετετράπη σε ασυδοσία. Η πολιτική «κατευνασμού» έναντι των φοιτητών  που ακολούθησαν οι λεγόμενες σοσιαλιστικές και αριστερές κυβερνήσεις και η έλλειψη αποφασιστικότητας από τις περισσότερες πολιτικές ηγεσίες μετέτρεψαν τα πανεπιστήμια ως κτιριακές υποδομές σε άντρα παρανόμων, δήθεν αντιεξουσιαστών και δήθεν αναρχικών, επί της ουσίας σε φωλιές εγκληματιών.

Δεν κατέστρεψαν, αλλά καθήλωσαν χαμηλότερα από ό, τι τους αξίζει την ακαδημαϊκή αξία των ιδρυμάτων πολλά από τα οποία παρέχουν σπουδαία επιστημονική κατάρτιση και φυσικά δυσκόλεψαν την ζωή καθηγητών και φοιτητών. Μόνον μια κυβέρνηση πολιτικά αποφασισμένη να δώσει τέλος στην ασυδοσία θα μετατρέψει το πεδίο από τοπίο μάχης σε χώρο ελεύθερης σκέψης και κατάρτισης.

Η εμπειρία μου στην Κύπρο, σε ένα εξαιρετικών διεθνών επιδόσεων ιδιωτικό πανεπιστήμιο, το οποίο ανήκει σε ξένο όμιλο πανεπιστημίων, οι φοιτητές μπορούν να συγκρούονται με τις λέξεις και όχι σώμα με σώμα, σεβόμενοι φυσικά τον χώρο που τους φιλοξενεί σαν δεύτερό τους σπίτι. Φανταστείτε ότι προ ολίγων μηνών με κάλεσε η ΟΝΝΕΔ Κύπρου σε συζήτηση στο αμφιθέατρο. Ένα αμφιθέατρο που δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από τα αντίστοιχα του Μεγάρου Μουσικής σε ποιότητα εγκαταστάσεων και τεχνικών υποδομών. Παρόντες και φοιτητές από άλλες πολιτικές νεολαίες. Συζητήσαμε πολιτισμένα για δύο ώρες. Όνειρο απατηλό αυτό για ελληνικό πανεπιστήμιο… Δυστυχώς.

Θα ‘θελα, τώρα, να πάμε σε μία άλλη “ερωτική” σας σχέση, την οποία ίσως δεν γνωρίζει πολύς κόσμος, αυτήν με το βιβλίο. Έχει τύχει να παραλάβετε κάποιο χειρόγραφο για διόρθωση και επιμέλεια με το οποίο συγκρουστήκατε ως άνθρωπος; Έχετε μπει ποτέ στον πειρασμό να παρέμβετε ως προς το περιεχόμενό του,  παραδείγματος χάριν στην περίπτωση που κάποια ιστορικά γεγονότα αντιμετωπίζονται με ακραία υποκειμενικότητα;

Θ.Ρ.: Πέραν του ότι εργάζομαι ως επιστημονικός σύμβουλος στις Εκδόσεις «Έναστρον» πράγμα το οποίο μου δίνει την χαρά να διαβάζω χειρόγραφα πριν αυτά εκδοθούν, έχω επίσης την μεγάλη χαρά να δέχομαι κατά καιρούς χειρόγραφα φίλων που θα επιθυμούσαν μια δεύτερη άποψη για τα γραπτά τους.

Η διαδικασία αυτή μου αρέσει πολύ. Νιώθω την συμμετοχή σε κάτι που γεννιέται και επειδή αυτή η συμμετοχή είναι μοναδική, το απολαμβάνω. Ναι, η απάντηση είναι θετική. Έχει συμβεί να διαφωνώ με ορισμένες εκφράσεις και χαρακτηρισμούς αλλά δεν βρέθηκα ενώπιον διαστρέβλωσης γεγονότων. Πάντως ο υποκειμενισμός στην συγγραφή ακόμη και ιστορικών κειμένων, βιογραφιών και αυτοβιογραφιών είναι αναμενόμενος. Υπό το πρίσμα αυτό θα πρέπει και ο αναγνώστης να διαβάζει ένα τέτοιο βιβλίο.

Εάν φυσικά μιλάμε για επιστημονικό έργο, τότε ο συγγραφέας που σέβεται τον εαυτό του θα προσπαθήσει να αφήσει όσο γίνεται πιο έξω από την δουλειά του την προσωπική πολιτική του άποψη κάτι που είναι πιο εύκολο για το απώτατο παρελθόν, αλλά σχεδόν αδύνατο για το σχετικά πρόσφατο και εννοώ για τον 20ο αιώνα και έως τις μέρες μας. Δίνω δηλαδή μεγάλη βαρύτητα και στον αναγνώστη ο οποίος οφείλει να συνυπολογίζει τους παράγοντες που προανέφερα.

Σε όλες τις εθνικές δοκιμασίες του Έλληνα, μα και στα προσωπικά δράματα του καθενός, το βιβλίο υπήρξε πιστός συμπαραστάτης της ανθρώπινης ψυχής. Σε αυτή την κρίση που ακόμα διανύουμε τούτη η σχέση γιατί διερράγη; Είναι σαφείς και συγκεκριμένες οι αιτίες ή πρέπει να φορτώσουμε κι αυτό στην βαλίτσα με την εξωτερική ετικέτα “εποχή πνευματικής και ηθικής παρακμής” και να επαναπαυτούμε;

Θ.Ρ.: Η ευκολία που προσφέρει η ηλεκτρονική εποχή όπου όλα είναι εικόνα και ήχος, η ταχύτητα με την οποίαν μας εισάγει σε νέα δεδομένα, η ανυπομονησία να κάνουμε συνεχώς καινούργια πράγματα πριν καν κατασταλάξουν τα προηγούμενα στο μυαλό και στην σκέψη μας και η έλλειψη εκπαιδευτικού συστήματος το οποίο θα σε έκανε να αγαπήσεις το βιβλίο, είναι οι βασικοί παράγοντες.

Θοδωρής ΡουσόπουλοςΤαξιδεύω κάθε δεύτερη εβδομάδα με το αεροπλάνο στην Κύπρο για να πάω στο πανεπιστήμιο. Στο αεροπλάνο είναι ζήτημα αν θα δω δύο ή τρεις επιβάτες στους 150 που να διαβάζουν ένα βιβλίο. Οι περισσότεροι προτιμούν να μιλάνε ακατάσχετα και συνήθως δυνατά σαν να μην υπάρχουν άλλοι τριγύρω. Η «γνώση» που μεταδίδουν δεν είναι παρά η επανάληψη της εμπειρικής αποτύπωσης της καθημερινότητάς τους. Οι προβληματισμοί που αναπτύσσονται δεν είναι παρά σε ένα πρωτόλειο επίπεδο στο οποίο θα διέπρεπε και μαθητής  Δημοτικού.

Το ενδιαφέρον για τις νέες ιδέες, τα ρεύματα σκέψης, τα επιτεύγματα της επιστήμης, την υπόσταση του όντος που λέγεται άνθρωπος δεν υφίσταται στο βαθμό που υπήρχε στο παρελθόν. Ακόμη και οι κοινωνικές επιστήμες γνωρίζουν κάμψη. Τους νέους έλκει κατά πλειοψηφία η business ενασχόληση. Η σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με τα προαναφερθέντα επιτεύγματα της επιστήμης παρέμεινε εργαλειακή και έτσι δεν τον βοήθησε –παρότι θα έπρεπε- να εμβαθύνει στο όφελος που μπορεί να έχει από αυτά.

Όχι, δεν είναι εποχή πνευματικής και ηθική παρακμής παγκοσμίως. Ούτε υπήρχε περίοδος που όλοι μετείχαν στην αντίστοιχη ακμή. Λίγοι ήταν πάντα και λίγοι δυστυχώς παραμένουν. Θα περίμενε κανείς αύξηση του ποσοστού κυρίως λόγω των επιτευγμάτων και της ευκολίας με την οποία μπορεί κανείς να βρει σήμερα την πληροφορία. Η δε δυνατότητα δημοσίευσης της άποψης του καθενός ταχύτατα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έδωσε μια ακόμη ψευδαίσθηση στους πολλούς. Ότι αυτό που αναφέρουν είναι σπουδαίο και αξίζει να μείνει στην ιστορία.

Η κενότητα δεν γίνεται αντιληπτή διότι συναγωνίζεται μια άλλη κενότητα και αυτή με την σειρά της μια τρίτη.

Οι σώφρονες είτε εξοβελίστηκαν, είτε αυτοεξορίστηκαν από τον επίπλαστο κόσμο του νέου επιδεικτικού τρόπου ζωής και αποτελούν μειοψηφία. Η ταχύτητα με την οποία εξαπλώνεται η απόλυτη ανοησία και ο απόλυτος φθόνος, αυτά που κάποτε περιορίζονταν στο επίπεδο γειτονιάς και καφενείου, θα οδηγήσει σε συγκρούσεις που όμοιές τους δεν υπάρχουν.

Βλέπω δηλαδή την αντιπαράθεση να ξεφεύγει από τα ηλεκτρονικά μηνύματα και να επανέρχεται με χυδαιότερο και σκληρότερο τρόπο στην πραγματική ζωή. Η συντονισμένη επίθεση που μπορεί να δεχθεί ένα δημόσιο πρόσωπο –γιατί όλοι πια γίνονται δημόσια πρόσωπα μέσα από τα συστήματα κοινωνικής δικτύωσης- θα οδηγεί σε εξόντωσή του, ίσως και πέραν του ηλεκτρονικού χώρου, στην πραγματική ζωή. Οι δυστοπικές ταινίες του Χόλυγουντ θα αποδειχθούν προφητικές.

Αναγνώστες, συγγραφείς και εκδοτικοί οίκοι, αυτά τα μέρη απαρτίζουν κυρίως, αν θέλετε, το βιβλίο στο σύνολό του. Τι πρέπει να κάνει, κατά εσάς, η κάθε πλευρά ώστε η πνευματική ζωή του τόπου να ακμάσει ξανά;

Θ.Ρ.: Το αυτονόητο. Να υπηρετήσει τις αρχές της ελεύθερης σκέψης, της οργανωμένης έρευνας, της ακαδημαϊκής πρακτικής. Αυτά που έκαναν πάντοτε οι πνευματικοί άνθρωποι, αντιπαρατιθέμενοι σε ιδέες και συγκρουόμενοι στο πεδίο της επιστημονικής αλήθειας, αναζητώντας την πάντοτε με όρους σοβαρότητας και όχι επίπλαστου ενδιαφέροντος. Δεν χάθηκαν αυτά. Απλώς γίνονται δυσδιάκριτα, αφού το τοπίο που περιέγραψα στην προηγούμενη απάντησή μου δημιουργεί νέφη και δεν τους επιτρέπει να φανούν.

Όσον αφορά τις προηγούμενες γενιές, το βιβλίο αποτελούσε όχι μόνο τρόπο ψυχαγωγίας μα και βασικό στίγμα της παιδείας μας. Τώρα, πλέον αντιμετωπίζεται  από πολλούς περισσότερο ως μέθοδος χαλάρωσης πάρα σαν πηγή ουσιαστικού προβληματισμού. Γιατί, πιστεύετε, ξεθώριασε αυτό το στίγμα;

Θ.Ρ.: Ίσως γιατί η ευκολία επικράτησε. Πολλοί, αντί να διαβάζουν ένα βιβλίο, προτιμούν να περιμένουν να το δουν σε ταινία στον κινηματογράφο. Άλλοι το θεωρούν παρωχημένη μέθοδο και κάποιοι τρίτοι το βλέπουν ως μέσο που τους γυρίζει σε κάποια ρομαντική εποχή.

Το βιβλίο δεν είναι ούτε παρελθόν, ούτε ξεπερασμένο. Σε όποια μορφή του, παραμένει ο κύριος τρόπος να προσεγ-γίσεις την γνώση, την ιδέα, την φαντασία.

Το βιβλίο είναι μια πολύ προσωπική σχέση. Η σχέση του Εγώ με Αυτό όταν τα Μαζικά Μέσα Επικοινωνίας είναι αυτό που δηλοί το επίθετο: μαζικά. Αυτή η αρχική απομόνωση που σου επιβάλει το βιβλίο είναι σπουδαία γιατί εμπεριέχει στην τελευταία σελίδα όχι μόνον την μεγαλύτερη γνώση αλλά και την δυνατότητα να επικοινωνήσεις με τον άλλον, τον τρίτο που βρίσκεται κοντά σου ή μακριά σου, προσφέροντάς του κομμάτι της εμπειρίας που κατέκτησες όταν καθόσουν στο γραφείο ή στον καναπέ μόνος μαζί του και το διάβαζες.

Είναι η μοιρασιά που στο τέλος σε καθιστά καλύτερο και κοινωνικότερο. Μοιράζεσαι όμως κάτι ανώτερο από χαλαρές καθημερινές συνήθειες, σαν αυτές που περιέγραψα στο παράδειγμα με το αεροπλάνο. Μοιράζεσαι σκέψεις, ιδέες, συναισθήματα σε ένταση, φανταστικούς κόσμους, προβληματισμούς. Μοιράζεσαι έναν κόσμο που υπάρχει ανάμεσα σε δύο εξώφυλλα, αλλά δεν είναι καθόλου μακριά από τον δικό σου κόσμο. Αρκεί να τον ανακαλύψεις…

Θέλω να ρωτήσω και κάτι σχετικώς με την βασική σας ιδιότητα. Η δημοσιογραφία, ως η άλλοτε “Τέταρτη εξουσία”, μπορεί σήμερα να υποστηρίξει και να στηρίξει αυτό τον άτυπο τίτλο ή είναι εντελώς απαξιωμένη από τον ευρύ κόσμο, και αν ισχύει η δεύτερη περίπτωση, γιατί νομίζετε συνέβη αυτό και τι πρέπει να πράξει η ίδια προκειμένου να αλλάξει η εικόνα της;

Θ.Ρ.: Η απαξίωση ακολουθεί κάθε δημόσια δράση εξ αιτίας της ευκολίας με την οποίαν σήμερα μπορεί κανείς να εκφραστεί δημόσια, αλλά κρυπτόμενος πίσω από ένα ηλεκτρονικό προφίλ που νομίζει πως του δίνει την ασυλία ιερού ναού της αρχαιότητας. Η ευκολία είναι κόρη της αμάθειας και από αυτήν ταλαιπωρείται η σύγχρονη εποχή. Μαζί της και η δημοσιογραφία η οποία ξέφυγε από την βασική αρχή της διασταύρωσης της πληροφορίας-είδησης και οδηγήθηκε σε υπερβολές.

Σήμερα τα ηλεκτρονικά μέσα κυρίως βιάζονται να βγάλουν στον αέρα μια πληροφορία για να μπορούν εν συνεχεία να διεκδικήσουν την πρωτιά. Αυτή η βιασύνη συχνά οδηγεί σε γκάφες οι οποίες, όμως αντί να συνετίζουν τους πρωταγωνιστές, τους κάνουν ακόμη χυδαιότερους. Πληθαίνουν οι προσωπικές επιθέσεις και όχι η ουσιώδης κριτική επί του έργου για παράδειγμα των πολιτικών. Μια συντηρητική ηθική χειρότερη από αυτήν του Μεσαίωνα επικρατεί στην δημόσια σφαίρα και η υποκρισία που την ακολουθεί συμμετέχει εξίσου στην απαξίωση.

Θοδωρής ΡουσόπουλοςΟ δημοσιογράφος που κρατάει την ρομφαία της ηθικής πρέπει πλέον και αυτός να αποδείξει ότι υπηρετεί τις αρχές που ζητά από τους πολιτικούς ή άλλους δημόσιους λειτουργούς να υπηρετούν. Επειδή απεδείχθη ότι πίσω από την λάμψη της ρομφαίας κρύβονταν συχνά ακαθαρσίες των «τροπαιούχων», συμφέροντα που υπηρετούντο με ευλάβεια πιστού σκύλου και αρκετή ημιμάθεια, χάθηκε η αξιοπιστία αυτού που κάποτε ονομάζαμε «τέταρτη εξουσία». Και δυστυχώς κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά. Το δε τελειωτικό χτύπημα εις ό, τι αφορά την χώρα μας έδωσε η εποχή της μεγάλης κρίσης.

Απεδείχθη ότι πολλά μεγάλα ΜΜΕ ως επιχειρήσεις ζούσαν με δανεικά τραπεζικών οργανισμών –συνήθως κρατικών- ή εκμεταλλεύονταν την ισχύ τους για να παραβιάζουν τους κανόνες που ίσχυαν για όλους τους άλλους. Η φωτιά δεν επιλέγει… καίει τα πάντα στο πέρασμά της. Βέβαια μετά, θα έλθει η βροχή και χλωρό χορτάρι θα αρχίσει να βγαίνει, στο αέναο κύκλο της φύσης και της ιστορίας, όπως τον περιγράψαμε νωρίτερα.

Τέλος, θα ήθελα να σας θέσω ένα προσωπικό ερώτημα. Έχετε καταπιαστεί, επιτυχώς, με πολλά και διάφορα πράγματα, στα πρότυπα, θα έλεγα, του οικουμενικού ανθρώπου. Υπάρχει κάτι με το οποίο επιθυμούσατε να ασχοληθείτε και για κάποιον λόγο δεν το κάνατε;

Θ.Ρ.: Με το γράψιμο. Έγραψα χιλιάδες κείμενα εφημερίδων, περιοδικών, ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών ειδήσεων και εκπομπών. Έγραψα κάποια λίγα επιστημονικά κείμενα και μια διδακτορική διατριβή. Μου μένει τώρα το ουσιωδέστερο. Γράψιμο, όχι εμπειρικών καταστάσεων –όπως πολλοί μου ζητούν ιδίως για την περίοδο της πολιτικής- αλλά πιο πνευματικό. Είτε στον χώρο του υπαρκτού, είτε σε αυτόν του φαντασιακού.

Ελπίζω οι πολλές απόπειρες στις οποίες έχω επιδοθεί κατά περιόδους να αποδώσουν κάτι πιο ολοκληρωμένο, όταν νιώσω ότι είμαι περισσότερο έτοιμος για αυτό.

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να σας ευχαριστήσω ολόψυχα γι’ αυτή την εξαιρετική συζήτηση. Μεγάλη τιμή τόσο για μένα όσο και για τους «Θεματοφύλακες λόγω τεχνών». Σαν επίλογο θα σας παρακαλούσα να πείτε απευθυνόμενος στο κοινό μας οτιδήποτε, θεωρείτε, πως θα δώσει ελπίδα και δύναμη.

Θ.Ρ.: Δεν υπάρχουν μυστικά. Ας προσεγγίσουμε τους κλασσικούς και θα πάρουμε πραγματική δύναμη. Όχι μόνον ως Έλληνες και υπερηφανευόμενοι για μια κληρονομιά την οποίαν συνήθως δεν τιμούμε όσο θα έπρεπε, αλλά ως άνθρωποι. Διαβάζοντας όσα μας διδάσκουν χιλιάδες χρόνια τώρα. Και φυσικά μεταξύ αυτών αν όχι περισσότερο τις διδαχές του Ιησού Χριστού. Ακόμη και όποιοι δεν πιστεύουν, ας τον προσεγγίσουν ως δάσκαλο που υπερέβη τα όρια της ανθρώπινης φύσης, της εγωπάθειας, της ατομικότητας, της κουφότητας, διδάσκοντας το υπέρ πάντων «Αγαπάτε Αλλήλους». Ίσως έτσι πάρουν ελπίδα και δύναμη.

Σας ευχαριστώ θερμά.

Θ.Ρ.: Κι εγώ.

Επεξεργασία εικόνας: Αναστάσιος Τριανταφύλλου

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here