Ρωτάει ο Χρίστος Τσιαήλης

Το επόμενο αφιέρωμά μας προέρχεται από την Κύπρο. Οι Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών έχουν την τιμή να ανακρίνουν το συγγραφέα Δώρο Αντωνιάδη.

Συνέντευξη

Αγαπητέ Δώρο, καταρχήν θα ήθελα να σε ευχαριστήσω για τη συνέντευξη αυτή, είναι τιμή μου, καθώς είμαστε συναθλητές στο τρίαθλο και συνοδοιπόροι στη γραφή. Ας αρχίσουμε λοιπόν, με την ερώτηση των προτεραιοτήτων. Έχεις οικογένεια, αθλείσαι και γράφεις. Είσαι και σκληρά εργαζόμενος, φυσικά, και αν είμαι καλά ενήμερος, εργάζεσαι στο Εθνικό Δίκτυο Έρευνας και Τεχνολογίας και η δουλειά σου έχει να κάνει με τηλεδιασκέψεις. Βάρη; Αντίβαρα; Πώς το ισορροπείς και πού το βάρος;

Δώρο ΑντωνιάδηΔ.Αντ.: Το βάρος το ρίχνω στην ισορροπία. Η προσπάθειά μου είναι να μην «ρίχνω» κανέναν ρόλο μου, γιατί ακριβώς όλοι τους, συντελούν σε αυτό που πραγματικά είμαι. Πρώτα απ’ όλα, όμως, είμαι σύζυγος και πατέρας. Θέλω να προσφέρω όσα περισσότερα μπορώ στην οικογένειά μου, περισσότερο συναισθηματικά και με τη φυσική μου παρουσία. Γι’ αυτό και πέραν της δουλειάς μου, όλη την υπόλοιπη ώρα την περνάω με την οικογένειά μου. Αθλητισμός και συγγραφή έρχονται σε ώρες που δεν είμαι μαζί τους, είτε δηλαδή την ώρα που τα παιδιά μου πάνε σε κάποια προπόνησή τους, είτε το βράδυ, όταν όλο το σπίτι πάει για ύπνο.

Το βιβλίο σου «Στο Μάτι του Ταύρου» Eκδόσεις Καστανιώτη 2015, είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Το είχα διαβάσει τότε και ομολογώ εντυπωσιάστηκα από την πλοκή του, το ξετύλιγμα του μυστηρίου, την κορύφωση αλλά και την ικανότητα που επέδειξες στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων. Η ερώτηση μου όμως θα κατευθυνθεί στο είδος. Γιατί ειδικά αστυνομικό μυθιστόρημα; Ποιες οι δικές σου εμπειρίες από την ανάγνωση αστυνομικού μυθιστορήματος παιδιόθεν; Έχεις άποψη για τους κλασικούς του είδους, όπως Άγκαθα Κρίστι και Άρθουρ Κόναν Ντόυλ;

Δώρο ΑντωνιάδηΔ.Αντ.: Νομίζω πως ήρθε ως φυσικό επακόλουθο. Διαβάζω καθημερινά βιβλία, κυρίως το βράδυ πριν κοιμηθώ και τα βιβλία που με έλκουν περισσότερο είναι τα αστυνομικά. Μου αρέσει το παιχνίδι του μυαλού, η αναζήτηση του ενόχου και των αιτιών του εγκλήματος. Μ’ αρέσει να μπαίνω στο πετσί του ρόλου και να ερευνώ το έγκλημα μαζί με τον κεντρικό ήρωα. Το να γράψω αστυνομικό μού ήρθε αυθόρμητα λοιπόν, χωρίς καν δεύτερη σκέψη.

Έχω πολλά χρόνια να τους διαβάσω. Τους διάβασα, ναι, όταν ήμουν παιδί, όπως λες κι εσύ και μου άρεσαν πάρα πολύ. Θυμάμαι ακόμη το συναίσθημα, το «χάσιμο» στην ιστορία… Προσπάθησα να διαβάσω ξανά Άγκαθα Κρίστι μεγαλύτερος και δε με τράβηξε, δεν τέλειωσα καν το βιβλίο. Το ίδιο έπαθα και με άλλους παλιούς, ξένους, όπως τον Γκαστόν Λερού, αλλά και Έλληνες, όπως τον Γιάννη Μαρή. Νομίζω πως αν και κλασικοί -το οποίο σημαίνει και διαχρονικοί- προτιμώ να διαβάζω τη νέα γενιά αστυνομικών συγγραφέων.

Ποια η άποψή σου για σύγχρονους συγγραφείς του είδους; Ας πούμε, Στιγκ Λάρσον ή Τζον Γκρίσαμ;

Δ.Αντ.: Σαφώς προτιμώ τη νέα γενιά, τους σύγχρονους συγγραφείς. Είναι μεγάλη η λίστα αγαπημένων συγγραφέων, αλλά αν η ερώτησή σου ήταν λίγο πιο συγκεκριμένη, π.χ. όπως «ποιοι με επηρέασαν;» θα σου έλεγα πως, από ξένους, ο Στιγκ Λάρσον και ο Νταν Μπράουν, ήταν αυτοί που αισθάνομαι πως με ώθησαν να αρχίσω να γράφω και από Έλληνες θα σου έλεγα τον Πέτρο Μάρκαρη και τον Τεύκρο Μιχαηλίδη.

Σου έκανα την πιο πάνω ερώτηση, καθώς γνωρίζω ότι γράφεις και κριτική βιβλίου, θα έλεγα κυρίως αστυνομικού μυθιστορήματος, ως αφοσιωμένος μπλόκερ και λάτρης του είδους. Μιλώντας για κριτική, πόσο αντικειμενική πιστεύεις μπορεί να είναι η κριτική ενός βιβλίου και πόσο κατατοπιστική για τον μέσο αναγνώστη;

Δώρο ΑντωνιάδηΔ.Αντ.: Θα μιλήσω για μένα. Δε γράφω κριτική, με την αυστηρή έννοια του όρου, ούτε θα μπορούσα άλλωστε. Γράφω τις σκέψεις μου για τα βιβλία που μόλις διάβασα. Με αυτή την έννοια, λοιπόν, δεν είναι καθόλου αντικειμενικές. Είναι εντελώς υποκειμενικές και για να γίνουν κατατοπιστικές πρέπει ο αναγνώστης να διαβάσει κι άλλες, όσες περισσότερες μπορεί. Πάντα, ακόμη και για αριστουργήματα, θα βρεθούν κάποιοι που θα πουν ότι δεν τους άρεσαν και στον αντίποδα, για πολύ κακογραμμένα βιβλία, θα βρεθούν αυτοί που θα πουν ότι τα βρήκαν εξαιρετικά. Εκεί έχει σημασία λοιπόν ποιος είναι αυτός που τα λέει/γράφει, αν ταιριάζουν τα χνότα σας και σε τι υπόληψη τον έχεις.

Επιστρέφοντας στο βιβλίο σου, πώς προέκυψε η ιδέα για το «Στο Μάτι του Ταύρου»; Πόση ενέργεια επένδυσες σε αυτό και από πού ή ποιον/ποια την άντλησες; Να πούμε λίγα λόγια για το βιβλίο χωρίς να προδώσουμε κάτι για τον Κύριο Ελευθεριάδη;

Δ.Αντ.: Όταν άρχισα να το γράφω, δεν ήξερα πως είχα αρχίσει να γράφω ένα μυθιστόρημα. Έφτιαξα έναν μαθηματικό γρίφο (τον πρώτο γρίφο της ιστορίας) και μετά σκέφτηκα να του δώσω και έναν λόγο ύπαρξης, κάποιον που θα θέτει τον γρίφο δηλαδή και κάποιον που θα καλείται να τον λύσει. Όπως έγραφα, συνειδητοποίησα πως η ιστορία με πήγαινε από μόνη της και έτσι έφτιαξα κι άλλον γρίφο και μετά κι άλλους χαρακτήρες να τον πλαισιώνουν. Και έτσι προχώρησα μέχρι τέλους, χωρίς προσχέδιο, όπως με οδηγούσαν οι ίδιοι οι χαρακτήρες. Χρειάστηκα περίπου τέσσερις μήνες καθημερινής συγγραφής και συνολικά, μαζί με την έρευνα και τις διορθώσεις, μου πήρε περίπου έναν χρόνο. Χωρίς τη βοήθεια της Αγγελικής, που ανέλαβε σαφώς περισσότερες υποχρεώσεις με τα παιδιά και μου έδινε τον απαραίτητο χώρο και χρόνο να γράψω, δε θα τα κατάφερνα. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο την ώρα που γράφεις μια ιστορία, αλλά και όλη την υπόλοιπη μέρα που είσαι χαμένος σε αυτήν.

Δώρο ΑντωνιάδηΟ αστυνόμος Πέτρος Ελευθεριάδης αναλαμβάνει μια υπόθεση, με ένα πτώμα που βρίσκεται τοποθετημένο σαν τον Βιτρουβιανό Άνθρωπο του Ντα Βίντσι, το οποίο φέρει ένα περίεργο τατουάζ στο στήθος και κρατά ένα ποίημα με αριθμούς στην αρχή κάθε στροφής. Ο Ελευθεριάδης αντιλαμβάνεται γρήγορα πως δεν πρόκειται για απλή υπόθεση ανθρωποκτονίας. Στην προσπάθειά του να εξιχνιάσει το έγκλημα, οδηγείται σε μια ιστορία που ξεκινά είκοσι χρόνια πριν στη Θεσσαλονίκη, όπου ένας φοιτητής ψυχολογίας βοηθάει μια κοπέλα να ξεφύγει από τον μανιακό διώκτη της. Όσο περνούν οι ώρες, ο Ελευθεριάδης ανακαλύπτει στοιχεία και γεγονότα που θα του αλλάξουν τη ζωή.

Αν έπρεπε να το χαρακτηρίσω, θα έλεγα πως είναι ένα αστυνομικό θρίλερ με μαθηματικούς γρίφους και καταιγιστικό ρυθμό. Νομίζω (ελπίζω) πως δύσκολα μπορεί ο αναγνώστης να το αφήσει από το χέρι του.

Η υπόθεση διαδραματίζεται στην Ελλάδα. Υπάρχει γόνιμη έμπνευση για συγγραφή αστυνομικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα; Ποια η κατάσταση στην αγορά βιβλίου στην Ελλάδα στις μέρες μας; Είσαι αισιόδοξος; Βλέπεις κάποια ανάκαμψη σε σύγκριση με την προηγούμενη, τραγική όπως απεδείχθη, δεκαετία;

Δ.Αντ.: Η υπόθεση διαδραματίζεται στην Ελλάδα, επειδή ζω κι εγώ στην Ελλάδα. Οι ήρωές μου ζουν και αναπνέουν εκεί που έζησα κι εγώ. Από την άλλη, όντως τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια άνθηση στο αστυνομικό μυθιστόρημα στην Ελλάδα, που σημαίνει πως ίσως οι συνθήκες κατά κάποιον τρόπο, ευνόησαν.

Είμαι φύσει αισιόδοξος. Ναι, νομίζω πως υπάρχει ανάκαμψη, όχι μόνο στην αγορά του βιβλίου, αλλά και γενικά. Μπορεί να κάνω και λάθος, αλλά θεωρώ πως τα δύσκολα πέρασαν. Η νέα γενιά Ελλήνων συγγραφέων δεν έχει να ζηλέψει σε κάτι τους ξένους. Αρκεί οι αναγνώστες να πιστέψουν σε μας και να μην ψάχνουν μόνο τα μεταφρασμένα, κυρίως Σκανδιναβών, συναδέλφων μας.

Δώρο, είσαι ένας Κύπριος που ζει στην Ελλάδα εδώ και πολλά χρόνια. Παντρεμένος στην Αθήνα, είναι ολόκληρη η ζωή σου. Ποιες οι διασυνδέσεις σου με το νησί;

Δώρο ΑντωνιάδηΔ.Αντ.: Αν και έχω φύγει από οκτώ χρονών από το νησί, οι σχέσεις μου είναι πολλές και δυνατές. Εκτός από τους γονείς και την αδελφή μου, όλοι οι υπόλοιποι συγγενείς, ξαδέλφια, θείοι είναι στην Κύπρο και επιπλέον, εντελώς τυχαία, ο πεθερός μου είναι κι αυτός από Λευκωσία και έτσι οι σχέσεις με το νησί, αντί να φθίνουν με τον καιρό, όλο και δυναμώνουν. Αυτό φάνηκε πολύ έντονα όταν είχα έρθει για την παρουσίαση του βιβλίου στη Λευκωσία, όπου παρευρέθηκαν όλοι σχεδόν οι συγγενείς και από τα δύο σόγια, ακόμη κι από άλλες πόλεις, μέχρι και αδέλφια της γιαγιάς μου αλλά και πολύ μακρινά ξαδέλφια. Ήταν πολύ συγκινητικό και χάρηκα γιατί ήταν κάτι που βίωσαν και τα δικά μου παιδιά, ζώντας έντονα την αγάπη των δεκάδων ξαδέλφων τους. Αγαπώ πολύ την Κύπρο και «επιστρέφω» σε αυτήν όλο και πιο συχνά όσο μεγαλώνω.

Εκτός από το βιβλίο σου αυτό, γράφεις και διηγήματα, «Μικρές Ιστορίες» όπως τις αποκαλείς στο μπλογκ σου. Πόσο νόστο μπορεί να βρει κάποιος για την ιδιαίτερή σου πατρίδα, την Κύπρο, μέσα στις ιστορίες σου, έστω και υποκρυπτόμενο;

Δ.Αντ.: Δύσκολο να το απαντήσω εγώ αυτό. Μόνο οι φίλοι αναγνώστες μπορούν. Η αλήθεια είναι πάντως πως, όπως έλεγα και πριν, όσο μεγαλώνω νιώθω την ανάγκη να καταγράψω όσα θυμάμαι από τον καιρό που έζησα εκεί μικρό παιδί, τις ιστορίες από τις γιαγιάδες μου ή και από τους γονείς μου. Μια δυο ιστορίες που έχω γράψει στο μπλογκ μου περιγράφουν ακριβώς κάποιες τέτοιες στιγμές και μάλιστα είναι και οι δύο γραμμένες σε κυπριακή διάλεκτο. Ελπίζω στο μέλλον να γράψω περισσότερες. Σίγουρα μέχρι τότε θα υπάρχουν παντού αναφορές για την Κύπρο, όπως άλλωστε υπάρχει και στο εν λόγω βιβλίο μου.

Έχεις βάλει μπρος και για ένα καινούριο αστυνομικό μυθιστόρημα; Πιστεύεις ότι ο Ελευθεριάδης, αυτός ο δυναμικός αστυνόμος, έχει τη δύναμη να επιλύσει άλλο ένα μυστήριο; Ή θα ξεκινούσες με καινούριο αστυνόμο;

Δ.Αντ.: Η αλήθεια είναι πως έχω ήδη ολοκληρώσει την επόμενη περιπέτεια του Πέτρου Ελευθεριάδη, η οποία μάλιστα δεν είναι ακριβώς… επόμενη, αλλά δε θέλω να αποκαλύψω περισσότερα στην παρούσα φάση. Στο μυαλό μου πάντως υπάρχει το να γράψω μια τριλογία με τις περιπέτειές του.

Θα δούμε… Εξαρτάται από το πόση δύναμη έχει ο Ελευθεριάδης, αλλά -κυρίως- εγώ.

Πιστεύεις υπάρχει ιδιαίτερη μαγεία στην χρήση του ίδιου ντετέκτιβ σε σειρά μυθιστορημάτων; Είναι ίσως μέρος του μεγαλείου του αστυνομικού είδους; Καθώς η γραφή του αστυνομικού μυθιστορήματος δεν είναι πολύ μακριά από τη γραφή σεναρίου, θα σκεφτόσουνα το ενδεχόμενο να γράψεις σενάριο (με αστυνομικό περιεχόμενο) για την τηλεόραση ή για τον κινηματογράφο;

Δώρο ΑντωνιάδηΔ.Αντ.: Νομίζω πως ναι. Είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό πολλών αστυνομικών μυθιστορημάτων. Έχει μια ιδιαίτερη ομορφιά για τον αναγνώστη, το να βλέπει τον ήρωα να αλλάζει, να μεταμορφώνεται και να ωριμάζει όσο περνάει ο καιρός. Παράλληλα είναι και μια μεγάλη πρόκληση για τον συγγραφέα, επειδή πρέπει να προσέχει όλα τα ρακόρ, όπως λένε στον κινηματογράφο. Δεν πρέπει να υπάρχει ασυνέχεια σε κανένα σημείο, όχι μόνο στον κεντρικό ήρωα. Από τη στιγμή που γράφεις σε συνέχειες, όλοι οι ρόλοι, όλες οι συνθήκες, κοινώς όλος ο κόσμος που έχεις φτιάξει σε ένα βιβλίο, πρέπει να μεταφέρεται χρονικά με συνέπεια και χωρίς κενά. Επιπλέον, κάτι που ίσως δεν φαντάζεται ο αναγνώστης, είναι το ότι σε μια συνέχεια, οφείλει ο συγγραφέας να ξαναπαρουσιάσει στους αναγνώστες του τους ήρωες και το περιβάλλον που αυτοί ζουν, αλλά πρέπει να βρει τη μαγική ισορροπία ώστε να μην κουράσει με λεπτομέρειες τους παλιούς του αναγνώστες, που τα γνωρίζουν αυτά από προηγούμενα βιβλία και παράλληλα να δώσει τις ικανές πληροφορίες στους νέους του αναγνώστες, που δεν έχουν διαβάσει άλλο βιβλίο της σειράς. Σας βεβαιώνω πως και τα δύο αυτά θέματα χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής και δεν είναι καθόλου εύκολα. Είναι ικανοί λόγοι για να μην γράψεις σε συνέχεια, αλλά να δημιουργήσεις κάτι από την αρχή.

Δεν έχω ασχοληθεί καθόλου με σενάριο. Θα ήθελα πάρα πολύ το βιβλίο μου να μεταφερθεί στον κινηματογράφο ή και στην τηλεόραση, σε σειρά. Μάλιστα δεν  κρύβω πως στο μυαλό μου έτσι το έχω φανταστεί, σαν σειρά όπου τα εικοσιέξι κεφάλαια είναι δεκατρία διπλά επεισόδια. Αλλά νομίζω πως έχει αρκετές διαφορές η γραφή σεναρίου. Πρέπει να φτιάξεις έτοιμα πλάνα, διαλόγους και -κυρίως- να μπορέσεις να «ξεκολλήσεις» από το ίδιο το βιβλίο. Αν προσέξεις, τις πιο πολλές φορές ο σεναριογράφος στις ταινίες είναι άλλος από τον συγγραφέα. Ίσως να είναι στη συγγραφική ομάδα ή σύμβουλος, ενώ κάποιες φορές είναι εντελώς αντίθετος με το σενάριο και δε συμμετέχει καν. Στις ταινίες, «άρχοντας» είναι ο σκηνοθέτης, όχι ο σεναριογράφος. Για να κάνεις λοιπόν ένα δικό σου βιβλίο σενάριο, πρέπει να είσαι έτοιμος και να κατέβεις από το βάθρο σου. Είναι μεγάλη η πρόκληση. Ίσως και να το κάνω κάποια στιγμή.

Έτσι στα γρήγορα και αυθόρμητα, διασκέδασέ μας δίνοντας μια σύντομη περιγραφή μιας πρωτότυπης δολοφονίας χαρακτήρα που θα σου άρεσε να εντάξεις σε ένα βιβλίο σου;

Δ.Αντ.: (…) Έκανε μια αναζήτηση στην Google για τα πιο δημοφιλή βασανιστήρια όλων των εποχών και βρήκε μια αρκετά μεγάλη λίστα. Μόλις είδε το νούμερο 7 στη λίστα, το αποφάσισε. Θα ξεκινούσε από το ηπιότερο βασανιστήριο και θα προχωρούσε σταδιακά, μέχρις ότου (… η συνέχεια σε ένα από τα βιβλία μου).

Ποια άλλα είδη βιβλίου σου αρέσει να διαβάζεις εκτός από το αστυνομικό είδος; Εσύ, ο ίδιος, αρέσκεσαι στο να γράφεις και άλλα είδη; Ας πούμε ιστορίες του Φανταστικού, ή Τρόμου, ή και ρομαντικές; Γράφεις μόνο πεζό ή δοκίμασες να γράψεις και άλλα είδη, όπως ποίηση ή θέατρο έστω και σε μικρή κλίμακα;

Δώρο ΑντωνιάδηΔ.Αντ.: Μου αρέσουν τα βιβλία που με ταξιδεύουν. Όταν κάνω διάλειμμα από τα αστυνομικά, διαλέγω συνήθως δραματικά βιβλία ξένων λογοτεχνών, για να γνωρίσω την πόλη όπου έζησαν οι ήρωές τους, ελπίζοντας μια μέρα να μπορέσω αληθινά να ταξιδέψω εκεί.

Το μόνο άλλο είδος που έχω γράψει είναι ιστορίες που θα τις χαρακτήριζα «κοινωνικές – δραματικές» και τις έχω ανεβάσει όλες στο μπλογκ μου. Μπορεί να δοκιμάσω να γράψω ένα δραματικό μυθιστόρημα κάποια στιγμή ή μια συλλογή διηγημάτων. Δεν έχω δοκιμάσει να γράψω κάτι άλλο, ούτε έχω νιώσει (ακόμα) την ανάγκη.

Δώσε μας μια ατάκα από το «Στο Μάτι του Ταύρου» που πραγματικά θα ήθελες ο αναγνώστης σου να θυμάται κλείνοντας το βιβλίο σου.

Δ.Αντ.:Την πρώτη, πρώτη πρόταση του βιβλίου: «Σε προσκαλώ στο θάνατό μας. Θα έρθεις;»

Πες μια χώρα ή πιο συγκεκριμένα μια μεγαλούπολη, ας πούμε, που θα ήθελες να διαδραματίζεται το επόμενό σου μυστήριο, εκτός από Ελλάδα ή Κύπρο. Μιας και είμαστε στις αρχές του 2018, θα σε παρακαλούσα να κάνεις μια ευχή για τους αναγνώστες του περιοδικού.

Δ.Αντ.: Χμχμχμ. Νομίζω θα μου άρεσε να διαδραματίζεται στο Παρίσι, που είναι από τις αγαπημένες μου πόλεις.

Τι άλλο από υγεία και να βρουν τον χρόνο μέσα στο 2018 να διαβάσουν ακόμα περισσότερα βιβλία. Αν γίνεται και αστυνομικά Ελλήνων συγγραφέων, ακόμα καλύτερα.

Ας κλείσουμε τη συνέντευξη με ένα μικρό αγαπημένο σου χωρίο από το βιβλίο σου (εκτός από την ατάκα πιο πάνω).

Δ.Αντ.: Θα βάλω το κομμάτι στις πρώτες σελίδες του βιβλίου, την ώρα που βλέπει το πτώμα ο Ελευθεριάδης:

(…) Στο κέντρο του σαλονιού κείτεται το πτώμα. Είναι ένας γυμνός άντρας με ανοιχτά χέρια και πόδια. Στο κεφάλι φοράει μία διάφανη σακούλα πολυμπάγκ, η οποία είναι τυλιγμένη στο λαιμό με ένα κορδόνι παπουτσιών χρώματος μαύρου. Φαίνονται καθαρά τα χαρακτηριστικά του. Δείχνει λίγο μικρότερος από μένα, κάπου μεταξύ τριάντα πέντε με σαράντα. Μελαψός με αμυγδαλωτά μαύρα μάτια και ξυρισμένο κεφάλι, χωρίς άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Κάτι μου θυμίζει έτσι όπως τον βλέπω, αλλά δεν μπορώ να σκεφτώ. Αν είχε κοτσίδα, θα έλεγα πως μοιάζει στον Τονγκ Πο, αλλά στο πιο γλυκό του. Ψηλός αλλά όχι ντερέκι. Σίγουρα μεγαλόσωμος. Τουλάχιστον εκατό με εκατόν δέκα κιλά. Θα μπορούσες εύκολα να τον περάσεις για παλαιστή. Το αντίθετο από μένα δηλαδή, που τα εκατόν ογδόντα εφτά εκατοστά μου στηρίζονται σε μόλις εβδομήντα οκτώ κιλά. Δύσκολο να τον κουμαντάρει κάποιος, σκέφτομαι, οπότε η αυτοκτονία ίσως να είναι μια εκδοχή. Εκ πρώτης όψεως δεν έχει άλλα σημάδια, εκτός από κάτι σαν τατουάζ ψηλά στο στήθος. Σκύβω να δω καλύτερα. Είναι από αίμα. Ένα κεφαλαίο γράμμα, ένα πεζό γράμμα και ένας αριθμός, ύψους πέντε εκατοστών περίπου το καθένα. Ίσως η αρχή μιας πρότασης. Αν 3, αυτό γράφει. Κοιτάζω πιο χαμηλά. Στο δεξί χέρι κρατάει σφιχτά ένα χαρτί διπλωμένο. Στα γεννητικά του όργανα φαίνεται κάτι που θα μπορούσε να είναι μια μικρή ποσότητα σπέρματος. Στο χαλί δίπλα στο αριστερό χέρι υπάρχει ένα πατσαβούρι ποτισμένο με αίμα. Γυρίζω ξανά πίσω στο χολ για να μιλήσω στην Καλογήρου. (…)

Αγαπητέ Δώρο, σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τη συνέντευξη που μου παραχώρησες και για τις πραγματικά ενδιαφέρουσες απαντήσεις σου. Είμαι σίγουρος ότι οι αναγνώστες μας θα έχουν αποκομίσει πολλά για το αστυνομικό μυθιστόρημα από τις διαφωτιστικές σου αναλύσεις.

Επεξεργασία εικόνας: Παναγιώτα Γκουτζουρέλα

Απάντηση