Χριστουγεννιάτικη,Ζεστή ,Σοκολάτα ,Κεφάλαιο2

«Τι μέρα και αυτή» μουρμούρισε η Φοίβη προσπαθώντας να βρει ένα μέρος για να παρκάρει το αμάξι της κοντά στο σπίτι.

Κατά την διάρκεια της διαδρομής προσπάθησε επανειλημμένως να μιλήσει στον Πάνο  μα δεν τα κατάφερε. Υπέθεσε πως θα είχε χαμηλώσει τον ήχο της  συσκευής του και μόλις έβλεπε όλες αυτές τις αναπάντητες κλήσεις θα επικοινωνούσε μαζί της. Πόσο λαχταρούσε να ακούσει την φωνή του σήμερα να την καθησυχάσει. Τον τελευταίο καιρό δεν περνούσαν αρκετό χρόνο μαζί  για αυτό και είχε κανονίσει αυτό το ταξίδι έκπληξη.

Επιτέλους βρέθηκε ένα σημείο, όπου με μεγάλη επιδεξιότητα  και αρκετές μανούβρες  έβαλε  το αυτοκίνητο της. Φόρεσε  τον αγαπημένο της  μάλλινο σκούφο  και άρχισε να περπατά  μπροστά από τα μικρά μαγαζιά της γειτονιάς της. Ήταν  όλα  στολισμένα και ένα χαμόγελο  σχηματίστηκε στο πρόσωπο της μια και τα Χριστούγεννα ήταν η αγαπημένη της εποχή.

Είχε ήδη φροντίσει να ψωνίσει από χθες  για το δείπνο σήμερα οπού θα έφτιαχνε το αγαπημένο του φαγητό και θα ανακοίνωνε τον προορισμό του ταξιδιού τους. Φυσικά τώρα έπρεπε να προσθέσει πως ήταν πλέον άνεργη με ότι συνεπάγεται αυτό για τα οικονομικά τους. Σίγουρα θα επηρέαζε σε σημαντικό βαθμό  τα μελλοντικά τους σχέδια  αλλά μαζί μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τα πάντα.

Ξεκλείδωσε την πόρτα και έβγαλε το παλτό της για να το κρεμάσει δίπλα στον μεγάλο καθρέφτη όπου παλιότερα της άφηνε καθημερινά  αυτοκόλλητα χαρτάκια με μηνύματα αγάπης. Τον τελευταίο καιρό  τον ενοχλούσαν οι επαγγελματικές επιτυχίες της και φρόντιζε να της ασκεί σκληρή κριτική γεμίζοντας την με αμφιβολίες για τις ικανότητες της. Η αυτοπεποίθηση της δεχόταν αλλεπάλληλα πλήγματα αλλά τον δικαιολογούσε πάντα στην Ζωή και την Σμαράγδα που δεν τον συμπαθούσαν καθόλου. Πίστευε ακράδαντα  πως το έκανε επειδή την αγαπούσε και ήθελε να γίνει καλύτερη.

Την προσοχή της τράβηξε το τηλέφωνο του μπροστά στα πόδια της που αναβόσβηνε συνεχώς. Μάλλον θα έπεσε πάνω στο χαλί την ώρα ενώ ετοιμάζονταν να φύγει  για δουλειά και για αυτό δεν το άκουσε. Έσκυψε να  το πιάσει και είδε τις  αναπάντητες κλήσεις της και άλλες τόσες από το γραφείο του. Θα νομίζει πως το έχει χάσει  σκέφτηκε και έσυρε το δάχτυλο της πάνω στην δική του συσκευή για να την ξεκλειδώσει την ώρα που ένα εισερχόμενο μήνυμα από μια δημοφιλή εφαρμογή έκανε την εμφάνιση του στο πάνω μέρος της οθόνης. Στην θέα της προβολής ενός μέρους του η Φοίβη ένιωσε σαν  να της καρφώνουν ένα μαχαίρι στην καρδιά. Με τρεμάμενα χέρια μπήκε στον λογαριασμό του και αυτό που ανακάλυψε τόσο από αυτά  που διάβαζε όσο και από τις φωτογραφίες της συνομιλίας τους, την έκαναν να κρύψει το πρόσωπο στα χέρια της καθώς ξεσπούσε σε λυγμούς.

Περπάτησε με κόπο  μέχρι τον καναπέ όπου κάθισε πασχίζοντας να πάρει ανάσα γιατί ο πόνος της προδοσίας του  ήταν τόσο δυνατός που της έκοβε την αναπνοή.Στην ίδια θέση με κόκκινα μάτια πρησμένα από το κλάμα την βρήκε μετά από αρκετή ώρα ο Πάνος, καθώς μπήκε προβληματισμένος στο σπίτι.

«Τι συμβαίνει γλυκιά μου;» έκατσε δίπλα της στον καναπέ και σήκωσε το χέρι του για να πιάσει το δικό της, αλλά εκείνη τραβήχτηκε απότομα  για να αποφύγει το άγγιγμα του.

«Ποια από τις δυο μας εννοείς;» απάντησε με βραχνή φωνή και του έδειξε την εικόνα της κοπέλας  με την οποία είχε παράλληλη σχέση τους τελευταίους μήνες.

Το βλέμμα του αγρίεψε, τα καστανά του μάτια που τόσα χρόνια την κοιτούσαν γεμάτα  αγάπη τώρα πλέον ήταν γεμάτα θυμό.

«Πως μπόρεσες να κάνεις κάτι τέτοιο;»

«Απλώς ήθελα να περάσω για λίγο όμορφα» της είπε αδιάφορα.

«Μα γιατί Πάνο;»

«Γιατί πάντα δούλευες μέχρι αργά στο γραφείο σου, έλεγες συνεχώς πόσο σημαντική είναι η θέση σου εκεί, αλλά όταν ερχόσουν εδώ ήσουν πάντα κουρασμένη. Σαν να μην έφτανε αυτό με ζάλιζες καθημερινά για το γάμο, το δάνειο, το σπίτι και ένα σωρό άλλα» της  απάντησε  με ένταση.

«Κάποιος έπρεπε να τα αναλάβει, αλλά αντί να μοιραστούμε τις ευθύνες εσύ αδιαφορούσες» του υπενθύμισε η Φοίβη.

«Δεν άντεχα άλλο!» διαμαρτυρήθηκε εκείνος. «Κάποτε ήμασταν ευτυχισμένοι, ανυπομονούσα να είμαι κοντά σου αλλά τώρα έχεις αλλάξει».

«Ενώ εσύ έμεινες ίδιος; Παλιότερα συζητούσαμε συνεχώς, αλλά ξαφνικά άρχισες να απομακρύνεσαι από εμένα όλο και περισσότερο» τον κατηγόρησε. «Τώρα βέβαια ξέρω τον λόγο» πρόσθεσε με πικρία.

«Θέλεις να μάθεις γιατί; Ε λοιπόν το έκανα, γιατί βρήκα μια γυναίκα είναι όμορφη, τσαχπίνα με κάνει και γελάω» συνέχισε δίχως να τον νοιάζει για τα δάκρυα που άρχισαν να κυλούν και πάλι από τα μάτια της. «Είναι σαφώς πιο αδύνατη με γυμνασμένο  σώμα και πολύ πιο ενδιαφέρουσα, δεν είναι  βαρετή όπως έχεις καταντήσει εσύ».

Έφερε το  χέρι μπροστά στο στόμα της από το δυνατό κύμα αναγούλας που την κατέκλυσε, καθώς ο Πάνος συνέχιζε με μοχθηρό τρόπο  να της  απαριθμεί  τα προσόντα της κοπέλας με την οποία την απάτησε ενώ συγχρόνως υποβάθμιζε την Φοίβη.

«ΣΤΑΜΑΤΑ!» Ούρλιαξε και σηκώνοντας το χέρι της  τον χαστούκισε τόσο δυνατά που κόκκινες γραμμές από τα δάχτυλα της άρχισαν να σχηματίζονται στο μάγουλο του. Τον είδε να σφίγγει τα δόντια κάτι που έκανε  τα ζυγωματικά του ακόμα πιο έντονα.

«Τελειώσαμε Φοίβη» της ανακοίνωσε με ψυχρό τόνο  και  γύρισε να πάει στην κρεβατοκάμαρα όπου μάζεψε σε μια βαλίτσα λίγα ρούχα και κατευθύνθηκε  προς την εξώπορτα.

«Περίμενε…»

«Δεν υπάρχει λόγος να το καθυστερούμε άλλο. Θα περάσω μετά τις γιορτές να πάρω τα υπόλοιπα πράγματα μου». Σταμάτησε μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη, έβγαλε το δαχτυλίδι των αρραβώνων τους και το πέταξε αδιάφορα πάνω στο ξύλινο έπιπλο. «Αύριο το μεσημέρι έχουμε ραντεβού στον συμβολαιογράφο» συνέχισε «για να ελέγξουμε τα τελευταία χαρτιά για την αγορά του σπιτιού, και το απόγευμα θα πηγαίναμε μαζί για  διαλέξεις το  νυφικό».

«Το ξέρω» του απάντησε σαν χαμένη μην μπορώντας να συνειδητοποιήσει τι συνέβαινε.

«Ακύρωσε τα, εγώ δεν μπορώ να ασχοληθώ» είπε και έκλεισε πίσω του την πόρτα.

Ο ήχος από το κλάμα της τον έκανε για λίγο να σταθεί  στο διάδρομο, αλλά η μορφή εκείνης που τον περίμενε ήρθε στο μυαλό του και απομάκρυνε αμέσως οποιαδήποτε άλλη σκέψη. Όταν συναντήθηκε με την Χριστίνα μίση ώρα αργότερα της ανακοίνωσε με χαρά πως ήταν πλέον ελεύθερος.

Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου βρήκαν καθισμένη την Φοίβη στον καναπέ, πέρασε εκεί όλη την νύχτα γιατί δεν μπορούσε πλέον να ξαπλώσει στο κρεβάτι τους. Έπρεπε να βγει έξω, να φύγει μέσα από το σπίτι όπου αμέτρητες αναμνήσεις από την κοινή τους ζωή την έκαναν να ασφυκτιά. Έστειλε ένα μήνυμα στις φίλες της εξηγώντας περιληπτικά όλα όσα είχαν συμβεί και πως ήθελε οπωσδήποτε να συναντηθούν σε δυο ώρες  στην καφετέρια που σύχναζαν.

  Ένα αναπάντεχο γεγονός ….ποιο είναι αυτό; 

 

Θα το μάθετε διαβάζοντας το επόμενο κεφάλαιο της ιστορίας μας το οποίο θα δημοσιευθεί  στις 20/12/2017.

Οργάνωση: Μαργαρίτα Κατσίπη

Επιμέλεια :  Νεκταρία Μαρκάκη

Εξώφυλλο :  M.Liove.S

 

1 ΣΧΟΛΙΟ

Απάντηση