31 Δεκεμβρίου

My dear diary… Τα κατάφερα, έτσι μου είπαν δηλαδή. Τα κατάφερα. Κατάφερα να δολοφονήσω αυτόν τον διάολο που με δολοφονούσε κάθε μέρα. Κατάφερα δειλά και σταθερά να το αποβάλω από μέσα μου, από την καρδιά μου, το μυαλό μου. Να όμως που τώρα ήρθε η ώρα να το βγάλω και από τα σωθικά μου. Δεν ξέρω τι είναι, ποια δολοφονική ασθένεια με έχει βάλει στο στόχαστρό της. Μα εχθές ο γιατρός μου είπε πως κατάφεραν μετά από τόσες δοκιμές να βρουν το αντίδοτο.

Αντίδοτο. Η λέξη πάλλεται στο μυαλό μου και όσες φορές και να την προφέρω μου μοιάζει ξένη, άγνωστη. Ένας αγώνας για μήνες και τώρα που έφτασα στο τέλος μου μοιάζει πιο άπιαστο. Έχασα τόσα και ακόμα θα χάνω μέχρι να γίνω καλά. Μα η λέξη “τέλος” μαζί με το “αντίδοτο” δεν με κάνουν να νιώθω καλύτερα. Μα πρέπει να νιώσω γιατί κουράστηκα. Κουράστηκα να βλέπω άσπρες ποδιές, βελόνες και θαλάμους. Θέλω να βγω έξω. Ο καινούργιος χρόνος δεν θέλω να με βρει εδώ μέσα. Δεν έχω το κουράγιο να τον αντιμετωπίσω έτσι. Με πιτζάμες και ορούς. Θέλω…

Η φωνή του γιατρού έξω από τον θάλαμο την τρόμαξε και με βιαστικές κινήσεις έκλεισε το τετράδιο απότομα, αφήνοντας την πρόταση στην μέση. Το έκρυψε κάτω από το μαξιλάρι της και χαμογέλασε στον γιατρό της, που μόλις είχε μπει στον θάλαμο.

«Χλόη;» της χαμογέλασε και εκείνος.

«Γεια σας, κύριε Παπαδόπουλε» του απάντησε.

«Τι είπαμε;» είπε εκείνος δείχνοντας στεναχωρημένος.

«Συγνώμη, όλο το ξεχνάω» απολογήθηκε η Χλόη.

«Γεια σου, Ιωσήφ.»

«Καλύτερα έτσι.» της χαμογέλασε πάλι ο Ιωσήφ.

«Πώς είσαι σήμερα;»

«Καλά. Όπως κάθε μέρα»

«Πονάς κάπου;» την ρώτησε πάλι καθώς την εξέταζε.

«Όχι. Σήμερα νομίζω πως είμαι πολύ καλύτερα.»

«Χαίρομαι που το ακούω.»

«Πότε θα μου δώσετε το αντίδοτο;» ρώτησε η Χλόη και κατέβασε τα μάτια.

«Σαν πολύ δεν βιάζεσαι;» της είπε ο Ιωσήφ και με το χέρι του σήκωσε το πρόσωπό της, φέρνοντας τα μάτια της στο ίδιο ύψος με τα δικά του. «Μα σε καταλαβαίνω και εγώ την ίδια αντίδραση θα είχα στην θέση σου. Λογικά σε μια ώρα θα στο χορηγήσουμε.»

«Ωραία» χαμογέλασε αχνά η Χλόη και ο γιατρός κατάλαβε πως κάτι την ενοχλούσε. «Συμβαίνει κάτι;» την ρώτησε.

«Όχι, μια χαρά είμαι» του είπε και έδειχνε φανερά πως δεν θέλει να το συζητήσει.

«Ό, τι θελήσεις, φώναξέ με.» της είπε και βγήκε από τον θάλαμο.

Η Χλόη σηκώθηκε και στηρίχτηκε στο στατώ του ορού. Περπάτησε αργά προς το παράθυρο. Της έλειπε ο καθαρός αέρας, οι ήχοι της φύσης. Ούτε καν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που τους άκουσε.

Ίσως… από τότε που αντίκρισε για πρώτη φορά την είσοδο του νοσοκομείου και δεν βγήκε ποτέ από αυτό. Πριν πολλούς μήνες, πιθανώς να πλησιάζει και χρόνο, ούτε που θυμάται. Σκεπτόμενη όλα αυτά ούτε που κατάλαβε πότε πέρασε η ώρα. Η φωνή του Ιωσήφ την έβγαλε από την σκέψεις της. Γύρισε το κεφάλι και τον είδε μέσα στον θάλαμο, μαζί με μια νοσοκόμα.

«Έτοιμη;» την ρώτησε.

«Ναι» του είπε και ξεροκατάπιε.

«Ναι, είμαι έτοιμη.»

Περπάτησε με την βοήθεια της νοσοκόμας πίσω στο κρεβάτι. Κάθισε και έδωσε το χέρι της στον Ιωσήφ. Εκείνος με απαλές κινήσεις της χορήγησε το φάρμακο.

«Τώρα ξάπλωσε. Η Αλίκη θα μείνει μαζί σου για να ελέγχει τον οργανισμό σου» της είπε ο Ιωσήφ και της χάιδεψε το χέρι.

«Εντάξει» του είπε η Χλόη. «Πήγαινε. Έχεις και άλλους ασθενείς πέρα από εμένα.»

Ο Ιωσήφ άφησε τις δύο κοπέλες και βγήκε από τον θάλαμο.

«Λοιπόν, πώς είναι;» τον ρώτησε ένας άλλος γιατρός μόλις έκλεισε την πόρτα πίσω του. «Παλεύει. Είναι δυνατή.» του απάντησε ο Ιωσήφ.

«Πιστεύεις πως θα έχει αποτέλεσμα το αντίδοτο;»

«Δεν ξέρω, Κυριάκο. Αλλά το εύχομαι. Δεν της αξίζει να ταλαιπωρείται άλλο.» του είπε ο Ιωσήφ.

«Έχεις δίκιο. Θα πας πουθενά σήμερα;» άλλαξε την κουβέντα ο Κυριάκος. «Θα δω πρώτα όλους τους ασθενείς και θα δω. Εσύ;»

«Εγώ κλασικά με τη γυναίκα μου» του απάντησε ο Κυριάκος.

«Καλά να περάσετε» του είπε ο Ιωσήφ και έφυγε από δίπλα του.

Πήρε έναν φάκελο από την γραμματεία και πήγε στον επόμενο ασθενή του. Μερικές ώρες μετά, μέσα στον θάλαμο η Αλίκη μετρούσε την θερμοκρασία της Χλόης.

«Πώς νιώθεις;» την ρώτησε όταν κατάλαβε πως ήταν ξυπνητή.

Η Χλόη άνοιξε τα μάτια της και αντίκρισε το παράθυρο. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και κάτι μέσα της, της έλεγε πως η αλλαγή του χρόνου πλησίαζε. Γύρισε το κεφάλι της και κοίταξε την Αλίκη.

«Κρυώνω και νυστάζω» ψέλλισε.

«Ο πυρετός έχει πέσει» είπε η Αλίκη «Πεινάς; Να σου φέρω κάτι;»

Η Χλόη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της «Τι ώρα είναι;»

Η Αλίκη κοίταξε το ρολόι που φορούσε στον καρπό της. «Πλησιάζει οκτώ» είπε «Άμα θες, κοιμήσου.»

Η Χλόη γύρισε το κεφάλι της και τα μάτια της έκλεισαν. Σε δευτερόλεπτα κοιμόταν. Η Αλίκη την σκέπασε πιο καλά και άλλαξε τον ορό της που είχε σχεδόν τελειώσει.

 «Μπορείς να πηγαίνεις.» ψιθύρισε ο Ιωσήφ στην Αλίκη. «Θα μείνω εγώ.»

«Δεν χρειάζεται, γιατρέ» διαφώνησε η Αλίκη «Πηγαίνετε να διασκεδάσετε.»

«Δεν ακούω κουβέντα.» είπε ο Ιωσήφ χωρίς να σηκώνει αντίρρηση «Άλλωστε, νομίζω πως κάποιος σε περιμένει σπίτι, ίσα ίσα προλαβαίνεις τον νέο χρόνο»

«Εντάξει.» είπε και σηκώθηκε από την καρέκλα «Η Χλόη είναι καλά. Ο πυρετός έπεσε.»

«Χρόνια σου πολλά.»

«Χρόνια σας πολλά, γιατρέ.»

31 ΔεκεμβρίουΗ Αλίκη έφυγε από τον θάλαμο και ο Ιωσήφ περπάτησε μέχρι το παράθυρο. Ο δρόμος έξω ήταν στολισμένος με φωτάκια. Λίγο πιο κάτω, στην πλατεία, είχε μαζευτεί πολλής κόσμος. Κοίταξε το ρολόι του. Έντεκα και μισή. Μια ανάσα ξέφυγε από το στόμα του και θόλωσε το τζάμι.

«Γιατί είσαι ακόμα εδώ;» άκουσε την φωνή της Χλόης πίσω του.

Γύρισε και την κοίταξε χαμογελώντας. «Μόνη εσύ, μόνος εγώ. Τι θα μπορούσε να ήταν καλύτερο από εδώ;» είπε καθώς την πλησίαζε.

«Με βοηθάς;» τον παρακάλεσε και εκείνος την βοήθησε να καθίσει καλά στο κρεβάτι.

«Δεν ξέρω» απάντησε στην ερώτηση του. «Φίλοι, οικογένεια…»

«Οι φίλοι μου είναι με τις οικογένειές τους και οικογένεια δεν υπάρχει. Πέρα από το νοσοκομείο, δηλαδή»

«Λυπάμαι.» του είπε.

«Όχι. Έτσι ήταν να γίνει και έτσι έγινε.» της είπε. «Τα πας καλύτερα όμως.»

«Δηλαδή;»

«Ο πυρετός έπεσε. Άρα ελπίζουμε για το καλύτερο.»

«Μακάρι.» ψέλλισε σκυθρωπή «Η αλήθεια είναι πως δεν πιστεύω πως θα τα καταφέρω. Όσο και να πείθω το μυαλό μου πως ναι, ήρθε το τέλος, άλλο τόσο η σκέψη πως δεν είναι αλήθεια με νικάει.»

«Μην σκέφτεσαι έτσι, δεν κάνει.»

«Ξέρω, θετικές σκέψεις.»

«Τότε αφού το ξέρεις…» ψέλλισε ο Ιωσήφ, μα σταμάτησε απότομα. Την κοίταξε που είχε μαζευτεί και έμοιαζε τόσο μικρή και αβοήθητη μπροστά του «Ξέρω πως δεν είναι εύκολο και ξέρω επίσης πως οι καταστάσεις δεν βοηθάνε. Μα θα τα καταφέρεις. Εγώ πιστεύω πως θα τα καταφέρεις.»

«Το πιστεύεις αλήθεια;» τον ρώτησε δύσπιστα.

«Ναι, το πιστεύω. Σε όλους τους ασθενείς μου. Ακόμα και να χάσω κάποιον δεν πιστεύω πως χάθηκε η μάχη, πιστεύω πως πήγε κάπου όπου δεν θα πονάει πλέον και νίκησε την αρρώστια με τον δικό του τρόπο.» της είπε με πίστη στα λόγια του ο Ιωσήφ.

«Χρειάζομαι καθαρό αέρα. Τόσους μήνες κλεισμένη σε αυτό το δωμάτιο. Βγαίνω μόνο για κάποια εξέταση και αυτό χωρίς να δω την έξοδο του νοσοκομείου.»

«Αυτό ήθελες να μου πεις το πρωί;» την ρώτησε ο Ιωσήφ.

«Ναι, αλλά ξέρω πως δεν γίνεται.» του απάντησε η Χλόη. «Όσο κι αν το θέλω»

Ο Ιωσήφ την κοίταξε καλά. «Θες να σου δώσω κάποια λεπτά να ντυθείς;» την ρώτησε.

Η Χλόη τον κοίταξε ξαφνιασμένη και μπερδεμένη. Πριν το καταλάβει, κούνησε θετικά το κεφάλι της. Της έβγαλε το σωληνάκι του ορού και εκείνη έτρεξε στην ντουλάπα και αμέσως μετά στο μπάνιο. Σε μερικά λεπτά μετά ήταν έτοιμη. Φόρεσε το πανωφόρι της και με την βοήθεια του Ιωσήφ κατέβηκαν στο προαύλιο του νοσοκομείου. Η Χλόη κοίταζε μαγεμένη και προσπαθούσε να πάρει όσο το δυνατόν μεγαλύτερες ανάσες, να χορτάσει φρέσκο αέρα.

«Είσαι έτοιμη να μετρήσουμε αντίστροφα;» ρώτησε ο Ιωσήφ.

Πριν προλάβει όμως η Χλόη να απαντήσει άκουσαν το πλήθος από την πλατεία να μετράει αντίστροφα. Δέκα… εννιά… οκτώ… επτά… έξι… πέντε… τέσσερα… τρία… δύο… ένα!

«Ευτυχισμένο νέο έτος, Ιωσήφ.» του είπε η Χλόη.

Ο Ιωσήφ την αγκάλιασε τρυφερά «Ευτυχισμένο νέο έτος, μικρή» είπε και την φίλησε στο κεφάλι.

Η Χλόη έμεινε στην αγκαλιά του. Κάτι μέσα της, της έλεγε πως όλα θα πάνε καλά. Αφού κατάφερε να αλλάξει τον χρόνο μακριά από εκείνο το δωμάτιο, μπορούσε να καταφέρει ό, τι θέλει.

«Πάμε μέσα;»

«Πάμε. Ευχαριστώ για όλα» του είπε και ο Ιωσήφ της χαμογέλασε, οδηγώντας την στο κτήριο.

Βασισμένο σε μια ιδέα της Εμμανουέλας Βεντούρη για μίνι διηγήματα με θέμα τα Χριστούγεννα.

Κείμενο: Maria Percks

Επεξεργασία Φωτογραφίας: Εμμανουέλα Βεντούρη

Επεξεργασία Άρθρου: Μαργαρίτα Κατσίπη

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.