Γράφει η Νούλη Τσαγκαράκη

Καθώς παρακολουθούσα τις δυσάρεστες αλλαγές που σημειώνονταν την τελευταία δεκαετία στον κοινωνικό καμβά, μικρές ιστορίες γεννιόντουσαν στο μυαλό μου. Ένιωθα την πίεση των γεγονότων και παράλληλα μια θλίψη που προέρχονταν από τις ανθρώπινες αντιδράσεις, των γηγενών από τη μια, που μετά την πτώχευση έμοιαζαν με αποπροσανατολισμένα παιδάκια, και των μεταναστών από την άλλη, που συνέρεαν κατά εκατοντάδες ψάχνοντας για μια θέση στον ήλιο.

Η καταγραφή των συμβάντων στην «αυλή μου», αφού μένοντας στο κέντρο της Αθήνας βίωνα εντονότερα τις μεταβολές που σημειώνονταν, μ‘ έκαναν να αναρωτηθώ και να εστιάσω στα αίτια που η κρίση, αντί να λειτουργήσει συσπειρωτικά, διόγκωνε ένα ήδη υπερφίαλο εγώ. Η συστηματική παρατήρηση και εμβάθυνση περιστατικών κι αντιδράσεων, μ’ έπεισε πως η περιβόητη «κρίση» δεν ήταν οικονομική αλλά αξιακή, κι είχε ξεκινήσει πολύ πιο νωρίς, από τη δεκαετία του ενενήντα, όταν το «είναι» παραχώρησε τη θέση του στο «φαίνεσθαι». Πανανθρώπινες και πραγματικές αξίες όπως η εντιμότητα, η αξιοπρέπεια, η ειλικρίνεια, η εργατικότητα, παραγκωνίστηκαν χάριν του νέου δόγματος, του χρήματος δηλαδή, που τις αντικατέστησε και λειτούργησε ως μονάδα αποτίμησης επιτυχίας, ευτυχίας, προσωπικότητας… Ό, τι δεν μπορούσε να αποτιμηθεί σε χρήμα έπαψε να είναι σημαντικό.

Το παιχνίδι του υλικού ανταγωνισμού στο οποίο παρασυρθήκαμε, διέφθειρε την οπτική μας και κατέστησε το διπλανό από συνάνθρωπο σε αντίπαλο. Σήμερα, που τα προβλήματα γιγαντώνονται κι επεκτείνονται -βλέπε ανεργία, ξενοφοβία, ρατσισμός, εγκληματικότητα- η αναζήτηση της πολιτισμικής μας ταυτότητας αφενός και η κοινή μας συμπόρευση αφετέρου, μοιάζει να είναι τόσο αναγκαία όσο ποτέ άλλοτε.

Στη δική μου ανάγνωση οι άνθρωποι, μετά τα πολλαπλά σοκ που υπέστησαν και ακόμα υφίστανται,  αναζητούν απελπισμένα μεν λύσεις, αλλά η αναζήτηση γίνεται στα τυφλά, σαν να έχουν ξεχάσει πως τα κατάφεραν παλιότερα, σε άλλες οξυμένες κι ανώμαλες περιόδους, από τις πολλές που δυστυχώς έχουν καταταλαιπωρήσει τους πολίτες αυτής της χώρας.

Ένας από μαςΜ’ αυτό το βιβλίο ήρθα να εκφράσω την ανάγκη να στραφούμε προς τα πίσω και να θυμηθούμε. Οι ιστορίες που διηγούμαι, σημερινές, ρεαλιστικές, σκληρές αλλά βαθιά ανθρώπινες, άλλο στόχο δεν έχουν παρά να μας φέρουν σ’ επαφή με το συναίσθημα. Οι ήρωες, είναι οι κομπάρσοι που εξυπηρετούν το βασικό στόχο. Κυρίαρχος πρωταγωνιστής, από την αρχή ως το τέλος, είναι το λησμονημένο μας συναίσθημα, λησμονημένο αλλά όχι ακυρωμένο. Είναι η περηφάνια, η ντομπροσύνη, το φιλότιμο, η ανιδιοτέλεια… Ένας σωρός από ψυχικές ποιότητες που αποποιηθήκαμε, ή μάλλον θάψαμε βαθιά μέσα μας γιατί ήταν αντίθετες, «ξεπερασμένες» από το νέο δόγμα της εποχής. 

Αυτές μου τις σκέψεις θέλησα να μοιραστώ κι από ‘κει και ύστερα, «σαν έτοιμα από καιρό», όλα πήγαν κατ’ ευχήν. Ο εκδοτικός οίκος –η «Πνοή» εν προκειμένω-  το αγκάλιασε κατευθείαν και το ίδιο αισθάνθηκα να γίνεται στη συνέχεια και από την πλευρά των αναγνωστών.

Τα δεκάδες μηνύματα που έχω δεχθεί στο εννεάμηνο κυκλοφορίας του βιβλίου έχουν, τα περισσότερα, ένα κοινό παρανομαστή, τη συγκίνηση. Οι αναγνώστες αναφέρονται στο πόσο τους άγγιξαν και τους έκαναν να κλάψουν, τα όσα διάβασαν. Αυτή η ομολογία αποτελεί για μένα ένδειξη επιτυχίας αφού ο τελικός μου σκοπός, η όξυνση ενσυναίσθησης, επιτεύχθηκε, και μου δίνει την ικανοποίηση πως στην προσπάθεια κατανόησης του εαυτού μας και των άλλων -στις δύσκολες και αβέβαιες συνθήκες που ζούμε- συνέβαλα κι εγώ, ακόμα κι αν το μερίδιο που μου αναλογεί είναι το ελάχιστο.

1 ΣΧΟΛΙΟ

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.