Ας ρίξουμε μια ματιά στα πιο χαρακτηριστικά ποιήματα του βιβλίου.

O Άη-Βασίλης και το προσφυγόπουλο*

Κοψιδά-ΒρεττούΚρατούσα τη φούχτα του σφιχτά στην καρδιά μου

Όχι λιγότερο κρύωνε πολύ ως το κόκκαλο

Περονιάζει ωκεανός το άδειο του βλέμμα …

Προσφυγόπουλο… Άρμεξε το μεδούλι του χειμώνας

Στην αγκαλιά μου κόκκινη γούνα τυλίγει το

Μπλαβί του μειδίαμα Εγώ ναι ο Άη-Βασίλης

Στο δρόμο για τη Γη της Επαγγελίας…

Το ψάρευα το προσφυγόπουλο κάθε νύχτα

Χειμώνα σε αχαμνά ποσειδωνίας λιβάδια

Να βόσκουν πάνω του αστερίες και

Οπλισμένοι αχινοί και καβουριών δαγκανάρες

Και φαιόχρωμα φύκια στα μαλλιά του

Να μπλέκονται θαλασσόχορτα κι ανεμώνες

Το ψάρευα το προσφυγόπουλο τ’ ανέβασα

Στο άρμα μου ψηλά ν’ αγναντεύουμε

Την αμαρτία και τα ναυάγια που κολυμπούν

Στων νερών τη μολυσμένη διαφάνεια

Και οι αθώοι μαντεύουν τις λίθινες

Σκαλιστές σαρκοφάγους όμοια με τα οστά

Τα γεγυμνωμένα από το νερό αλμυρό

Και τα πιθάρια με τα φυλαγμένα προδοσίας

Μυστικά σαν των αεροπλάνων τα μαύρα

Κουτιά που σφαλίζουν πληρωμένα απόβλητα

-Μικρό προσφυγόπουλο μαζί θα γλυκάνουμε

Το νερό τη φετινή χρονιά μαζί θα μοιράσουμε

Τα δώρα στων παιδιών τα ξυλιασμένα δάχτυλα

Μαζί θα σκουπίσουμε τις πίσσες

Από τα κουρνιασμένα τους όνειρα

Και τ’ άδεια πιθάρια του βυθού

Θ’ ανατείλουν εκατομμύρια ήλιους

Που ξεψυχήσαν στις θάλασσες

Και θα ζεσταίνουν τα νερά να κολυμπούν

Τα γαλάζια όνειρα των παιδιών

Με τα μεγάλα ποτισμένα μάτια

Που τα δάκρυα σε πιθάρια εξορύσσουν

Και τους σεσηπότες καιρούς αποτάσσονται

Μακάριοι οι πενθούντες… ίσως κάποτε

Τον Θεόν όψονται…

 

Η αμαρτωλή

Χιλιάδες μάτια την πυροβολούσαν

Στο γυαλί

Χιλιάδες οι περόνες

Σουβλερές στα μάτια της

Εσύ εσύ εσύ

Την ακόντιζαν με πράσινα δόντια

Εσύ εσύ εσύ

Τάνυζαν της γλώσσας τους δηλητήρια

Στον τρύπιο της κρόταφο

Κι υπερασπίζονταν τρία μικρά παιδιά

Που πέταξε στο δρόμο εκείνη

Δεν λέω αμαρτωλή για την κόλαση

Θα ήταν ίσως και τα παιδιά

Για ψυχρή αγκαλιά φιλόξενης

Ευαγούς κατοικίας

Σκυμμένα χαμηλά τα μάτια της

Τα πόδια έγγιζαν σχεδόν

Λίγο ακόμα νόμιζες θα τα πατούσε

Τα μάτια της αλύπητα με τη λεπτή

Σαν φτώχεια φλούδα των ποδιών της

Παιδί αμάλλιαγο πουλί του δάσους

Παρθένας αμαρτίας αγριμάκι

Δεκατριών μόνο χρονών

Μητέρα

Μα δεν τη βλέπετε μικρότερη

Αυτή παιδί απ’ τα παιδιά της

Μα δεν τη βλέπετε

Φτωχότερο αυτή πουλί απ’

Το φτερό του

Άφετε αυτή

Για τα είκοσι τρία τελώνια

Της Μεγάλης Θλίψης

Και τα ακάθαρτα με βατράχους

Όμοια πνεύματα των Εφτά

Σαλπίγγων της Αποκάλυψης

Weir und ermudend ward

Mir die Wallfahrt

Zum heiligen Grabe,

Druckend das Kreuz*

Άφετε αυτή…

Φόβος Κυρίου αρχή σοφίας εστί.

Λευκάδα 26-1-2017

*Mακρύς κι επίπονος ήταν ο δρόμος μου/μέχρι τον Άγιο Τάφο/Βαρύς ο Σταυρός. (Novalis,Ύμνοι στη νύχτα, εισ.-μτφρ. Κώστας Κουτσουρέλης, επίμετρο: Λούντβιχ Τηκ, Περισπωμένη, 2011, σ. 41).

 

Θέλω να μείνω αγράμματος…

Κοψιδά-ΒρεττούΤου μικρού Απόστολου του μεγάλου «Μάστορα»

της καρδιάς μας

Την πρώτη μέρα έφυγε

Χοροπηδώντας για το σχολείο του

Από καιρό τώρα ετοίμαζε τσάντα

Μολύβι τετράδιο γόμα

Και πλαστελίνες

Και τα λοιπά αξεσουάρ

Παγούρι με νερό σάντουιτς

Με τυρί και λαχανικά

Σε ισοθερμική μέσα

Γεύματος τσάντα

Χαρούμενος δυο δυο πηδούσε

Τα σκαλιά

Κι ανέβαινε για την τάξη αδημονώντας.

Καλή περιχαρής και νεαρά κυρία

Θωπεύει το άγουρο κεφαλάκι του

Μαμάδες χαρωπές του χαμογελούν

Και συμμερίζονται… πρώτη φορά

Στο σχολειό τους

Άγουρα κι άμαθα παιδιά

Κλαίνε άλλα κι άλλα σφίγγουν

Άπλερο το χεράκι τους

Στης μητέρας την πελώρια παλάμη

Άλλα στου πατέρα την αχανή

Αγκαλιά στριμώχνονται

Κι άλλα κρύβουν το πρόσωπο

Την πλάνη αποστρέφονται

Τα «δολερά» χαμόγελα

Τα χάδια της εξαπάτησης

Τα μύρια

Στους τοίχους χρώματα

Τα παιδικά άλλων παλιότερων

Τροφίμων φυλακής σχέδια.

Την ψυχραιμία του κραδαίνει

Ο γενναίος μικρός ντρέπεται

Έτσι απότομα ν’ αλλάξει γνώμη

Την επομένη λιγότερο

Χαρούμενος μικρή σκιά

Το βλέμμα του βαραίνει

Φως λιγότερο στο βλέμμα του

Στην ψυχή του δεν επιτρέπει

Κανείς να τρυπώσει

Aψηφούν το φως

Την τρίτη μέρα τα μάτια του

Κι η σκιά μεγαλώνει

Απλώνεται απ’ το βλέμμα του

Στην παρειά αναρριχάται

Στο μέτωπο θολώνει η αίθουσα

Το χρώμα στους τοίχους

Της κυρίας μαίνονται

Οι φωνητικές της χορδές

Σιωπή!

Αγριεύουν θαρρείς τα πράγματα

Μάλλον να μπει πρέπει στο χάος

Η Τάξη

Έσπασε του μικρού ο τσαμπουκάς

Ηττημένος ξαπλώνει την πανοπλία

Του γέλιου του

Φεύγει φεύγει για το σπιτάκι του

Τη γωνιά σιωπηλή με τα πολλά

Σπασμένα παιχνίδια τη μοναξιά

Τη λευτεριά

Μέχρι γατάκι ν’ αποχτήσει

Φεύγει φεύγει σφιχτά την απαλάμη

Της Γιούλης κρατώντας στο κάθιδρο χέρι του

-Γιουλάκι

τρομάζει τα στεγνά αναφιλητά του

-Γιουλάκι

Να μείνω θέλω αγράμματος…

Είναι δεν είναι χρόνων τριών

Τόσο κιόλας σοφός!

 

Ο επικήδειος  ενός κουνουπιού

                                               Για όλα φταίει ο Πάρις

Κοψιδά-ΒρεττούΟι μεγάλοι φονεύουν τα

ενοχλητικά κουνούπια

κολλούν με ένα μόνον

τρομερό χτύπημα

τη σάρκα τους στον τοίχο

η μαύρη σάρκα μόνον

κόκκινο χρώμα φέρει τώρα

δεν βλέπουν παρά μονάχα

τον κίνδυνο σήμερα

περισσότερο από χθες

ίδιον κίνδυνο με τον τίγρη

μόλις χθες ενέσκηψε

σε σώμα κουνουπιού

πήρε τον κωδικό του

WNV- West Nile Virus

 

αλλά σώμα δεν έχουν

τα κουνούπια

κεφάλι μάτια κορμό

λεπτά πόδια αόρατα 

φτερά δεν έχουν

κεραίες ν’ απλώνονται

στο φως δεν έχουν

πέταγμα διάφανων φτερών

να βουίζει το χαλασμό

της χαράς δεν έχουν

ενοχλητικά μόνον αίμα

να πίνουν να το κάνουν

δική τους ζωή

και των τέκνων τους

στρατιές ύπουλων καταχθόνιων

 εχθρών δεν έχουν κύηση

τα μικρά ασήμαντα

κουνούπια δεν υποπίπτουν

σε καμία ζωοφιλίας

ή τουλάχιστον θρησκευτική

νομοθεσία

-τι ανόητη εκζήτησις-

 

φονεύουν τα κουνούπια

οι αποφασιστικοί άνθρωποι

ακόμα και για λόγους

πρόληψης δεν είναι

ν’ αστειεύονται με

όλα τα φαινομενικά

αθώα πράγματα…

Οπουδήποτε ελλοχεύουν

κίνδυνοι από παλιά

αλλά κι έτσι που χάλασε

Το περιβάλλον…

 

οι μικροί λυπούνται

τα κουνούπια ρωτούν γιατί

οι μεγάλοι λερώνουν

τον τοίχο με το κόκκινο

αίμα των κουνουπιών

 κόκκινο σαν των ανθρώπων

το αίμα γιατί σκοτώνουν

τα κουνούπια ρωτούν

οι μικροί τους μεγάλους

κι αν έχουν παιδί-κουνούπι

στην κοιλιά τους

τι φταίει άραγε το

παιδί-κουνούπι πριν

γεννηθεί και οι μεγάλοι

απαντούν ίδια ενοχλητικό

και επικίνδυνο κι αυτό

θα καταντήσει

 

και οι μικροί κουράζουν

τις ερωτήσεις κουράζονται

με τις κοφτές απαντήσεις

τι άλλο να κάμουν

οι μικροί τον επικήδειο

εκφωνούν του κουνουπιού

«έτρεχες για να σωθείς

 να ξεφύγεις δεν μπόρεσες

 θανατηφόρο το χτύπημα

 βιβλίο ήταν των Θρησκευτικών

 άτυχο μεγάλο σπάνιο

κουνούπι δεν άντεξες

να ζήσεις δεν μπορούσες

αγκομαχούσες το αίμα σου

πράσινο σκούρο παγωμένο

πάνω στου λευκού

τοίχου την αντίθεση

ζούσες ακόμη

μια τρύπα στην κοιλιά

ο θάνατος να τρυπώσει

 κουνούσες ελαφρά

τα πόδια σου τις κεραίες

την φουσκωμένη του

μωρού σου κοιλιά αναβόσβηνε

ο φόβος αθέατος ώσπου…

σε μια στιγμή μονάχα

μια στιγμή χρειάστηκε

  τα πόδια σου μαρμάρωσαν

 

Τώρα στον Κάτω Κόσμο

σεργιανάς με όλους

τους ανθρώπους όλα

τα δένδρα και όλα

τα πεθαμένα φυτά

απέραντη φτιάχνεται δηλαδή

μια πολιτεία με…δένδρα

ανθρώπους και φυτά

ανθρώπους- κουνούπια

μικρά κουνούπια μεγάλα

και σπάνια όπως εσύ…

κι ανθρώπους μεγάλους

και μικρούς

και δεν φοβάσαι πια

 

Γιατί εκεί είναι η ψυχή

Μόνο…

Καληνύχτα…»

 

(Και το παιδί oνόματι Πάρις

σημειώνει

αμέσως στο ημερολόγιό του

Πως σήμερα

 είναι –μπορεί να είναι-

 η “Παγκόσμια Hμέρα

του Κουνουπιού» και τρέχει

να κρατήσει ανοιχτή

την αλαφροΐσκιωτη των

Μικρών Πολιτεία…)

 

Οι τρελοί

Κοψιδά-Βρεττού«Mερικές φορές η καλύτερη απάντηση στην πραγματικότητα είναι να τρελαθείς»

Philip Dick

Tους έλεγαν πάντοτε τρελούς

Γιατί έκαναν κι έλεγαν αλλόκοτα πράγματα

Γιατί κόκκινα είχαν μάτια

Και δόντια κατάμαυρα και αραιά

Τον ουρανό οραματίζονταν

Και κάτι κόχες με αγγέλους

Να πλαταγίζουν τη στέγη των φτερών τους

Πάνω στ’ αχτένιστα λερά τους κεφάλια.

Τους έλεγαν πάντοτε τρελούς και τους απόφευγαν

Με τρόμο κι άλλοι οι πιο θαρρετοί

Τους κοροϊδεύανε στο δρόμο

Το μαστίγιο κραδαίνοντας της αλύπητης

Κράσης τους και τα σείστρα

Κουδούνιζαν

Τρελούς φωνάζοντάς τους

Γιατί εκείνοι πέτρες κι αδέσποτα

Ξύλα άρπαζαν να τα εκσφενδονίσουν

Στην αγυρτεία του «καλού» τους μυαλού

Και το ξύλινο πένθος να διεγείρουν

Της αφόρητης μοναξιάς τους.

Ποτέ δεν ήτανε τρελοί

-Αργότερα κι οι επιστήμονες το παραδέχτηκαν-

Γιατί μεγάλο δεν εγκυμονούσαν κίνδυνο

Πολέμους δεν έσπειραν αυτοί

Μεγάλα κι ασήκωτα πάθη τους

Την ανθρωπότητα δεν τυράννησαν

Κατάσκοποι της χώρας τους

Δεν στρατεύτηκαν

Και μιαρές προδοσίες ποτέ τους

Δεν σκαρφίστηκαν

Επί χρήμασι την τρέλα της πλεονεξίας

Δεν άγγιξαν

Δεν φθόνεσαν δεν ναρκισσεύτηκαν

Σε λιτοδίαιτα τραπέζια αρετής

Συνδαιτυμόνες ταπεινοί σιτίζονταν

Κι έπλαθαν όλο έπλαθαν την απελεύθερη ώρα

Που η ψυχή τους ένα τραγούδι

Για το φως θ’ ανέμιζε πάνω από τα μύρια

Χαλασμένα κεφάλια

Των αληθινά τρελών.

 

Παραμύθι για πλούσιους και φτωχούς

-Είμαι ληστής, ζω ληστεύοντας τους πλουσίους

-Είμαι κύριος, ζω ληστεύοντας τους φτωχούς.

Ας δώσουμε τα χέρια…

George Bernard Shaw, Man and Superman

«Ο καθένας για την πάρτη του

Κι όποιος μείνει πίσω στο διάολο ας πάει»

Έτσι γράφεται το παραμύθι για τον πλούσιο

Κι ο φτωχός το δρόμο του τραβάει

Και ο Κύριος απατήθηκε και ο πλούσιος πλησίον

Κλέβει πάντα τα χρήματα του φτωχού πλησίον

Τους καρπούς κλέβει των δέντρων του

Τη γύρη των λουλουδιών του

Τα μάτια και το στόμα της φαμίλιας του

Το λάδι του τσίγκινου λυχναριού του

Ο πλούσιος κυνηγάει κουνέλια

Με ομίλους ομοίων του κι ο φτωχός

Οσφραίνεται μονάχα την ανομία τους

Τροχίζει τα δόντια του από απληστία

Ο πλούσιος κι ο φτωχός από δίνες οδύνης

Σε κορακοφωλιές του Σαιν Τζάιλς όμοια

Της Γουάιτ Τσάπελ και στη Μάρνη

Και Φαβιέρου σε μπερδεμένους μέσα

Αιώνες οι άθλιες cite που μυρίζουν

Αλκοόλ ιδρώτα βρώμικο και ζεστό αίμα

Φουσκωμένες κοιλιές των πλουσίων

Σε κουμπιά λαχανιάζουν να κλείσουν

Την κόπρο δυσωδία τραπεζών

Μαύρο χρήμα και το ίδιο ψυχή μαύρη

Κωμωδία τρανή αν δεν ήταν τραγωδία μεγάλη

Μια κοιλιά haute-cuisine

Από τρόμο φουσκώνει προθεσμία

Νέα τον φτωχό για απολογία αιτείται

…Αν ωστόσο προλάβει…

 

Σ’ ένα έπειτα…

Πρώτα είχαν δουλειά

Και οι δυο τους και όνομα

Είχαν και οι δύο

Έπειτα έχασαν τη δουλειά

Τ’ όνομα έχασαν κι οι δυο

Ένας στους δύο γίναν στην ΕΛΣΤΑΤ

Σε άλλο έπειτα βρήκαν δουλειά

Σε συνεργείο εκείνος

Καθαρίστρια εκείνη δημοσίου

-Θα πάμε διακοπές εφέτος στο νησί

Υπόσχεση βουίζουν στα παιδιά με

τα λαίμαργα μάτια!

Κι έπειτα αίφνης εκείνη αρρώστησε

Πριν έρθει το φέτος στο νησί…

Και σαν ήρθε το φέτος στο νησί

Κύμα-βουνό ρίγησε

Τ’ όνειρό τους χολή και άνεμος

Κι ο ήλιος

μόλις κηροπήγιο…

 

Σε λύπης τραπέζι

Πόσο χαρούμενοι άνθρωποι σε λύπης τραπέζι

Ιδίως όταν όλα κατά φύσιν συμβαίνουν

Κι αν τύχει όλα καλοκαίρι να γίνουν

Που τα μάτια του βασκαίνει το φως

Κι οι τουρίστες δίχως απορίες περιφέρονται

Σε παρδαλή μέσα ή ανύπαρκτη περιβολή

Με πόδια άσχημα τσαλακωμένα από την

Επανάληψη της ζωής σε θάλασσες και λιμάνια

Και προορισμούς που άλλοτε από την

Επιτυχία του στόχου τους στέφονται

Κι άλλοτε πάλι αφορμές γι’ άλλους

Προορισμούς παρέχουν οδοδείκτες.

Πόσο χαρούμενοι συνδαιτυμόνες

Στης λύπης τα μεγάλα τραπέζια

Με τα λευκά τραπεζομάντιλα

Και την ιεραρχία της μνήμης

Των εθίμων τους και τους δίσκους

Να στροβιλίζονται πάνω από λευκά

Ασύμμετρα κεφάλια κι άλλοι από σγουρά

Μεταξένια εφηβικά μαλλιά που

Αδιάφορα σιωπούν για να μην πουν

Της γενιάς τους αλήθειες την πασαρέλα

Των πολιτικών και τα καμώματα φυλών

Ξένων στη φωνή και στη σιωπή τους ακόμα…

Όταν

Μάλιστα όλα συμβαίνουν

Κι ευτυχώς κάποτε συμβαίνουν

Κατά φύσιν η γένεση όπως ο έρωτας

Το φύλο ακόμα και ο θάνατος-όλβιε Σαμιώτη

Ποτέ που δεν ανταμώθηκες μαζί του

Επεί παν αγαθόν και κακόν -είπες-

εν αισθήσει!

 

Επεξεργασία εικόνας: Αναστάσιος Τριανταφύλλου & Χαρά Δελλή

 

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.